Έψαξε στο δέμα που είχε αφήσει, κουκούλωσε την Αβιέντα μ’ ό,τι είχε φέρει, τις κουβέρτες, τα χαλάκια, τα ρούχα της. Κάθε προστατευτικό στρώμα είχε ζωτική σημασία. Τα μάτια της ήταν κλειστά, το σώμα της ασάλευτο. Άνοιξε λίγο τις κουβέρτες, όσο για να ακουμπήσει το αυτί του στο στήθος της. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο αργά, ώστε δεν ήταν σίγουρος αν την είχε ακούσει στ’ αλήθεια. Οι τέσσερις κουβέρτες και τα πέντ’ έξι χαλάκια δεν έφταναν, και δεν μπορούσε να διαβιβάσει θερμότητα μέσα της, όπως είχε κάνει με το έδαφος· ακόμα κι αν έκανε τη ροή όσο το δυνατόν λεπτότερη, το πιθανότερο ήταν πως, αντί να τη ζεστάνει, θα τη σκότωνε. Ένιωθε την ύφανση που είχε χρησιμοποιήσει για να μπλοκάρει σε ανοιχτή θέση την πύλη της, ήταν περίπου ένα μίλι παραπέρα, μπορεί και δύο, μέσα στη θύελλα. Αν προσπαθούσε να την κουβαλήσει για τόση απόσταση, κανείς από τους δυο τους δεν θα επιζούσε. Χρειάζονταν καταφύγιο, και το χρειάζονταν εδώ.
Διαβίβασε ροές Αέρα και το χιόνι άρχισε να κινείται στο έδαφος κόντρα στον άνεμο, σχηματίζοντας χοντρούς τετράγωνους τοίχους με πλευρά πλάτους τριών απλωσιών και αφήνοντας άνοιγμα για πόρτα· το χιόνι μαζεύτηκε ακόμα πιο ψηλά, συμπιέστηκε τόσο που γυάλιζε σαν πάγος, και σχημάτισε στέγη αρκετά ψηλά για να μπορείς να σταθείς εκεί μέσα. Ο Ραντ πήρε την Αβιέντα στην αγκαλιά του και μπήκε παραπατώντας στο σκοτεινό εσωτερικό, ύφανε κι έδεσε φλόγες που χόρευαν στις γωνιές για να δίνουν φως, και διαβίβασε για να μαζέψει κι άλλο χιόνι και να κλείσει την είσοδο.
Ένιωσε ζέστη και μόνο που δεν είχε τον αέρα να τον φυσάει, αλλά αυτό δεν αρκούσε. Χρησιμοποίησε το κόλπο που του είχε δείξει ο Ασμόντιαν και ύφανε Αέρα και Φωτιά, και ο αέρας γύρω τους ζεστάθηκε. Δεν τολμούσε να δέσει αυτή την ύφανση. Αν τον έπαιρνε ο ύπνος, η ύφανση θα δυνάμωνε και η καλύβα θα έλιωνε. Κι οι φλόγες, βεβαίως, ήταν σχεδόν εξίσου επικίνδυνες, έτσι που τις είχε δέσει, αλλά ήταν εξαντλημένος και παγωμένος και δεν άντεχε να διατηρήσει παρά μόνο μία ύφανση.
Είχε καθαρίσει το έδαφος από κάτω, καθώς έφτιαχνε την καλύβα· ήταν γυμνό αμμώδες έδαφος, που είχε ελάχιστα μόνο καφετιά φύλλα άγνωστα στον Ραντ και μερικά μαραμένα κοντά χορτάρια, τα οποία του φαίνονταν εξίσου παράξενα. Άφησε την ύφανση που θέρμαινε τον αέρα, ζέστανε το έδαφος, για να διώξει την παγωνιά, και μετά ξανάπιασε την άλλη ύφανση. Μόλις που κατάφερε να ακουμπήσει απαλά κάτω την Αβιέντα αντί να τη ρίξει.
Έχωσε το χέρι στις κουβέρτες για να νιώσει το μάγουλό της, τον ώμο της. Ρυάκια νερού κυλούσαν στο πρόσωπό της, καθώς έλιωνε ο πάγος των μαλλιών. Ο Ραντ ήταν παγωμένος, αλλά εκείνη ήταν πάγος. Χρειαζόταν κάθε πηγή ζέστης που μπορούσε να της εξασφαλίσει και δεν τολμούσε να ζεστάνει περισσότερο τον αέρα. Ήδη οι τοίχοι έλαμπαν από το πρώτο στρώμα του λιωμένου χιονιού. Όσο παγωμένος και να ένιωθε, είχε περισσότερη θερμότητα μέσα του απ’ όση η Αβιέντα.
Έβγαλε τα ρούχα του, χώθηκε μαζί τις στις κουβέρτες, τακτοποίησε τα βρεγμένα ρούχα του από πάνω· θα διατηρούσαν τη θερμοκρασία του σώματός του. Η αφή του, ενισχυμένη από το Κενό και το σαϊντίν, ρούφηξε την αίσθηση που έδινε η Αβιέντα. Μπροστά στο δέρμα της, το μετάξι φάνταζε τραχύ. Σε σύγκριση με το δέρμα της, το σατέν ήταν... Μην σκέφτεσαι. Τράβηξε τα βρεγμένα μαλλιά από το πρόσωπό της. Θα ’πρεπε να της τα σκουπίσει, αλλά το νερό δεν ήταν πια τόσο κρύο και, ούτως ή άλλως, δεν είχε να χρησιμοποιήσει παρά μόνο τις κουβέρτες και τα ρούχα τους. Τα μάτια της Αβιέντα ήταν κλειστά· το στήθος της σάλεψε αργά πάνω του. Αν δεν ανέδιδε την παγωνιά του χειμώνα, θα έμοιαζε να κοιμάται. Ήταν τόσο γαλήνια· δεν έδειχνε καθόλου θυμωμένη. Τόσο όμορφη. Μην σκέφτεσαι. Ήταν μια αυστηρή προσταγή έξω από την αδειανοσύνη που τον περιέβαλλε. Μίλα.
Προσπάθησε να μιλήσει για το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό, την Ηλαίην και τη σύγχυση που του είχαν φέρει τα δύο γράμματά της, αλλά αυτό σε λίγο έκανε σκέψεις της χρυσομαλλούσας Ηλαίην να αιωρούνται έξω από το Κενό, σκέψεις ότι τη φιλούσε σε απομονωμένα σημεία της Πέτρας. Μην σκέφτεσαι φιλιά, ανόητε! Έφερε στο νου τη Μιν. Δεν είχε σκεφτεί ποτέ τη Μιν μ’ αυτόν τον τρόπο. Εντάξει, μερικά όνειρα δεν μετρούσαν. Η Μιν θα τον είχε χαστουκίσει, αν είχε προσπαθήσει ποτέ του να τη φιλήσει, ή μπορεί να γελούσε και να τον έλεγε χοντροκέφαλο. Αλλά του φαινόταν πως όποια γυναίκα και να έβαζε στο μυαλό του, του θύμιζε ότι είχε στην αγκαλιά μια γυναίκα δίχως ρούχα. Γεμάτος Δύναμη, μύριζε την οσμή της, ένιωθε κάθε πόντο της καθαρά, σαν να ψηλαφούσε το... Το Κενό τρεμούλιασε. Φως μου, προσπαθείς να τη ζεστάνεις και τίποτα παραπάνω! Μην αφήνεις το μυαλό σου να κάνει βρώμικες σκέψεις, άνθρωπέ μου!