Выбрать главу

Προσπαθώντας να διώξει κάθε σκέψη, της μίλησε για τις ελπίδες του σε σχέση με την Καιρχίν, τις ελπίδες του να φέρει ειρήνη και να δώσει τέλος στο λιμό, να ενώσει τα έθνη στο πλάι του χωρίς άλλο αιματοκύλισμα. Αλλά κι αυτές οι κουβέντες είχαν τη δική τους διαδρομή, την αναπόφευκτη πορεία προς το Σάγιολ Γκουλ, όπου έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Σκοτεινό και να πεθάνει, αν τα έλεγαν σωστά οι Προφητείες. Του φαινόταν δειλία να πει πως έλπιζε να επιζήσει με κάποιον τρόπο απ’ αυτό. Οι Αελίτες δεν ήξεραν από δειλία· κι ο χειρότερός τους ήταν γενναίος σαν λιοντάρι. «Το Τσάκισμα του Κόσμου σκότωσε τους αδύναμους», είχε ακούσει τον Μπάελ να λέει, «και η Τρίπτυχη Γη σκότωσε τους δειλούς».

Άρχισε να της λέει που μπορεί να βρίσκονταν, πού μπορεί να είχε φέρει τους δυο τους η Αβιέντα μ’ αυτή την άτακτη φυγή της. Σε κάποιο μέρος μακρινό και παράξενο, αφού είχε χιόνι τέτοια εποχή του χρόνου. Ήταν χειρότερο από άτακτη φυγή. Ήταν τρελή φυγή. Όμως ο Ραντ ήξερε ότι το έσκαγε απ’ αυτόν. Το έσκαγε απ’ αυτόν. Πόσο πολύ πρέπει να τον μισούσε, αφού είχε κάνει τόσο δρόμο, αντί να του πει απλώς ότι ήθελε να την αφήσει να κάνει μπάνιο κατ’ ιδίαν.

«Έπρεπε να χτυπήσω». Την πόρτα της κρεβατοκάμαράς του; «Ξέρω ότι δεν θες να είσαι κοντά μου. Δεν είναι ανάγκη να μείνεις. Ό,τι κι αν θέλουν οι Σοφές, ό,τι κι αν πουν, θα ξαναγυρίσεις στις σκηνές τους. Δεν θα χρειαστεί να ξανάρθεις κοντά μου. Και μάλιστα, αν έρθεις, θα... θα σε διώξω». Γιατί δίσταζε να το πει; Του πρόσφερε θυμό, ψυχρότητα, πίκρα, όταν ήταν ξύπνια, και όταν κοιμόταν... «Τι τρέλα πήγες κι έκανες; Μπορεί να σκοτωνόσουν». Της χάιδευε πάλι τα μαλλιά· δεν μπορούσε να σταματήσει. «Αν ξανακάνεις τέτοια τρέλα, θα σου σπάσω το κεφάλι. Ξέρεις πόσο θα μου λείψει η ανάσα σου τα βράδια;» Θα του έλειπε; Τον είχε τρελάνει με την ανάσα της! Αυτός ήταν τρελός. Έπρεπε να δώσει τέλος σ’ όλα αυτά. «Θα φύγεις, πάει και τελείωσε, έστω κι αν χρειαστεί να σε στείλω πίσω στο Ρούαρκ. Οι Σοφές δεν θα μπορέσουν να με σταματήσουν, αν μιλήσω ως Καρ’α’κάρν. Δεν θα χρειαστεί να το σκάσεις ξανά από μένα».

Το χέρι, με το οποίο τη χάιδευε χωρίς να μπορεί να το σταματήσει, πάγωσε όταν την ένιωσε να κινείται. Συνειδητοποίησε ότι ήταν ζεστή. Πολύ ζεστή. Θα ’πρεπε να κουκουλωθεί ευπρεπώς με μια κουβέρτα και να κάνει πέρα. Τα μάτια της άνοιξαν, καθαρά και βαθυπράσινα, κοιτώντας τον σοβαρά από τριάντα πόντους απόσταση. Δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται βλέποντάς τον και δεν έκανε να απομακρυνθεί από κοντά του. Ο Ραντ άνοιξε τα χέρια του από γύρω της, προσπάθησε να κάνει πίσω κι εκείνη έπιασε μια χούφτα από τα μαλλιά του σφίγγοντας με δύναμη. Αν κουνιόταν, θα αποκτούσε ένα φαλακρό σημείο στο κεφάλι του. Δεν του έδωσε την ευκαιρία να εξηγήσει τίποτα. «Υποσχέθηκα στην κονταδελφή μου να σε προσέχω». Έμοιαζε να απευθύνεται σ’ αυτόν, αλλά και ταυτοχρόνως να μονολογεί, με χαμηλή, σχεδόν ουδέτερη φωνή. «Έτρεξα όσο μπορούσα πιο μακριά σου, για να προστατέψω την τιμή μου. Κι εσύ με ακολούθησες ακόμα και εδώ. Τα δαχτυλίδια δεν λένε ψέματα και δεν μπορώ να τρέξω άλλο πια». Ο τόνος της έγινε αποφασιστικός. «Δεν θέλω να τρέξω άλλο πια».

Ο Ραντ έκανε να τη ρωτήσει τι εννοούσε, ενώ προσπαθούσε να ξεμπλέξει τα δάχτυλά της από τα μαλλιά του, όμως αυτή έσφιξε άλλη μια τούφα στην άλλη πλευρά του κεφαλιού του και τράβηξε το στόμα του στο δικό της. Αυτό ήταν το τέλος κάθε λογικής σκέψης· το Κενό θρυμματίστηκε, το σαϊντίν χάθηκε. Δεν θα μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό του, ακόμα κι αν το ήθελε, αλλά του ήταν αδιανόητο να θέλει να σταματήσει και δεν το ήθελε ούτε η Αβιέντα. Η τελευταία μάλιστα λογική σκέψη που έκανε για πολλή ώρα ήταν ότι δεν θα μπορούσε να σταματήσει την Αβιέντα.

Ένα πολύ μεγάλο διάστημα αργότερα —δυο ώρες, μπορεί και τρεις· δεν ήξερε να πει― ο Ραντ ήταν ξαπλωμένος στα χαλάκια, με τις κουβέρτες πάνω του και τα χέρια πίσω από το κεφάλι, και παρακολουθούσε την Αβιέντα, η οποία κοίταζε τους γυαλιστερούς λευκούς τοίχους. Κρατούσαν τρομερά πολλή ζέστη· δεν είχε χρειαστεί να ξαναπιάσει το σαϊντίν, είτε για να διώξει το κρύο είτε για να ζεστάνει τον αέρα. Η Αβιέντα, όταν είχε σηκωθεί, απλώς είχε περάσει τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της, τίποτα παραπάνω, και περπατούσε χωρίς καμία ντροπή για τη γύμνια της. Φυσικά, ήταν αργά για να ντρέπεται για κάτι ασήμαντο όπως το ότι δεν φορούσε ρούχα, Ο Ραντ, βγάζοντάς την από τον πάγο, ανησυχούσε μήπως την τραυμάτιζε, αλλά το σώμα της είχε λιγότερα γδαρσίματα από το δικό του και δεν σκίαζαν καθόλου την ομορφιά της.

«Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε.

«Χιόνι». Την εξήγησε όσο μπορούσε τι είναι το χιόνι, όμως εκείνη απλώς κούνησε το κεφάλι, εν μέρει από δέος, εν μέρει από δυσπιστία. Για κάποια που είχε μεγαλώσει στην Ερημιά, το παγωμένο νερό που πέφτει από τον ουρανό πρέπει να έμοιαζε απίστευτο όσο και το να πετάς. Σύμφωνα με τα αρχεία, η μοναδική φορά που είχε βρέξει ποτέ στην Ερημιά ήταν τη φορά που είχε φέρει ο ίδιος βροχή.