Выбрать главу

Ο Ραντ δεν κρατήθηκε και άφησε ένα στεναγμό λύπης, όταν η Αβιέντα φόρεσε την πουκαμίσα της. «Οι Σοφές μπορούν να μας παντρέψουν μόλις γυρίσουμε πίσω». Ακόμα ένιωθε την ύφανση του να κρατά ανοιχτή την πύλη της.

Τα κεφάλι της με τα σκουροκόκκινα μαλλιά ξεπρόβαλε από το λαιμό της πουκαμίσας και τον κοίταξε ανέκφραστη. Όχι εχθρικά, αλλά όχι ακριβώς φιλικά. Αποφασισμένα όμως. «Γιατί νομίζεις ότι έχει δικαίωμα ένας άνδρας να μου ζητήσει κάτι τέτοιο; Εκτός αυτού, ανήκεις στην Ηλαίην».

Μετά από μια στιγμή, εκείνος κατάφερε να κλείσει το στόμα του. «Αβιέντα, μόλις τώρα.. Οι δυο μας... Φως μου, τώρα πρέπει να παντρευτούμε. Όχι ότι το κάνω επειδή είμαι υποχρεωμένος», πρόσθεσε βιαστικά. «Το θέλω». Αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Σκεφτόταν ότι ίσως την αγαπούσε, αλλά κι επίσης ότι ίσως αγαπούσε και την Ηλαίην. Και για κάποιο λόγο, πάντα ξεμύτιζε και η Μιν. Είσαι χειρότερος γυναικάς από τον Ματ. Αλλά αυτή τη φορά μπορούσε επιτέλους να κάνει το σωστό, επειδή ήταν το σωστό.

Εκείνη τον κοίταξε ξεφυσώντας, έπιασε τις κάλτσες της, για να δει αν ήταν στεγνές, και κάθισε για να τις φορέσει. «Η Εγκουέν μου μίλησε για τα γαμήλια έθιμα που έχετε στους Δύο Ποταμούς».

«Θέλεις να περιμένεις ένα χρόνο;» τη ρώτησε, χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του.

«Ένας χρόνος. Ναι, αυτό εννοούσα». Ο Ραντ δεν είχε συνειδητοποιήσει ποτέ πόσο πόδι έδειχνε μια γυναίκα βάζοντας την κάλτσα της· ήταν παράξενο το ότι του φαινόταν συναρπαστικό, αφού πρώτα την είχε δει γυμνή και ιδρωμένη και... Συγκεντρώθηκε στα λόγια της. «Η Εγκουέν είπε ότι σκεφτόταν να ζητήσει την άδεια της μητέρας της για σένα, αλλά, προτού το αναφέρει, η μητέρα της της είχε πει ότι έπρεπε να περιμένει άλλο ένα χρόνο, έστω κι αν είχε τα μαλλιά της πλεξούδα». Η Αβιέντα έσμιξε τα φρύδια, με το γόνατο σχεδόν κάτω από το σαγόνι της. «Σωστά δεν το λέω; Είπε ότι οι κοπέλες δεν επιτρέπεται να κάνουν τα μαλλιά τους πλεξούδα προτού φτάσουν σε ηλικία γάμου. Καταλαβαίνεις τι λέω; Μοιάζεις με κείνο το... ψάρι... που έπιασε η Μουαραίν στο ποτάμι». Δεν υπήρχαν ψάρια στην Ερημιά· οι Αελίτες τα γνώριζαν μόνο από βιβλία.

«Φυσικά καταλαβαίνω». Αν ήταν κουφός και τυφλός, θα καταλάβαινε περισσότερα. Άλλαξε θέση κάτω από τις κουβέρτες και μίλησε με όσο πιο σίγουρο τόνο μπορούσε. «Ή τουλάχιστον... Να, τα έθιμα είναι μπερδεμένα, και δεν είμαι σίγουρος για ποιο σημείο λες».

Εκείνη τον κοίταξε καχύποπτα για μια στιγμή, όμως τα Αελίτικα έθιμα ήταν τόσο περίπλοκα, που τον πίστεψε. Στους Δύο Ποταμούς, περπατούσες μαζί με κάποια για ένα χρόνο, και αν ταιριάζατε, τότε αρραβωνιαζόσασταν και τελικά παντρευόσασταν· ως εκεί έφτανε το έθιμο. Η Αβιέντα συνέχισε, καθώς ντυνόταν. «Εννοώ το σημείο που η κοπέλα ζητά την άδεια της μητέρας της σ’ αυτό το χρόνο, όπως και της Σοφίας. Αυτό δεν μπορώ να πω ότι το καταλαβαίνω». Η λευκή μπλούζα που πέρασε πάνω από κεφάλι της, έπνιξε για μια στιγμή τα λόγια της. «Αν τον θέλει και είναι σε ηλικία γάμου, γιατί να χρειάζεται άδεια; Καταλαβαίνεις όμως; Με τα δικά μας έθιμα» —ο τόνος της έλεγε ότι ήταν τα μόνα που μετρούσαν― «έγκειται σε μένα να διαλέξω αν θα σε ζητήσω σε γάμο, και δεν θα σε ζητήσω. Με τα δικά σας έθιμα», είπε, δένοντας τη ζώνη της και κούνησε το κεφάλι με απόρριψη, «δεν έχω την άδεια της μητέρας μου. Και φαντάζομαι ότι κι εσύ θα χρειαζόσουν την άδεια του πατέρα σου. Ή του αδελφού του πατέρα σου, αφού ο πατέρας σου είναι νεκρός; Δεν τις έχουμε, άρα δεν μπορούμε να παντρευτούμε». Άρχισε να διπλώνει τη μαντήλα, για να τη φορέσει γύρω από το μέτωπό της.

«Καταλαβαίνω», έκανε αυτός αδύναμα. Ένα αγόρι στους Δύο Ποταμούς που ζητούσε άδεια για τέτοιο πράγμα από τον πατέρα του, ήταν σαν να πήγαινε γυρεύοντας για να του στρίψει ο πατέρας το αυτί. Όταν σκεφτόταν ο Ραντ τα παλικαράκια που αγωνιούσαν μήπως μάθεις κανείς, οποιοσδήποτε, τι έκαναν με την κοπέλα που σκόπευαν να παντρευτούν... Επίσης, θυμόταν τότε που η Νυνάβε είχε πιάσει την Κίμρυ Λιούιν και τον Μπαρ Ντώτρυ στον αχυρώνα του πατέρα του Μπαρ. Η Κίμρυ είχε πέντε χρόνια τα μαλλιά της πλεξούδα, αλλά όταν είχε ξεμπερδέψει μαζί της η Νυνάβε, είχε πάρει σειρά η κυρά Λιούιν. Ο Κύκλος των Γυναικών μόνο που δεν είχε γδάρει ζωντανό τον καημένο τον Μπαρ, κι αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση μ’ όσα είχαν κάνει στην Κίμρυ το μήνα που ακολούθησε ― ένα μήνα, γιατί έκριναν ότι ήταν το πιο σύντομο και αξιοπρεπές διάστημα που μπορούσαν να περιμένουν για το γάμο. Το αστείο που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα, πάντα με προσοχή μη τυχόν κι έφτανε στ’ αυτιά του Κύκλου των Γυναικών, ήταν ότι ούτε ο Μπαρ ούτε η Κίμρυ μπορούσαν να καθίσουν από τους πόνους την πρώτη βδομάδα του γάμου τους. «Αλλά πού να ξέρει η Εγκουέν όλα τα έθιμα των ανδρών, στο κάτω-κάτω», συνέχισε. «Οι γυναίκες δεν ξέρουν τα πάντα. Βλέπεις, από τη στιγμή που το ξεκίνησα, πρέπει να παντρευτούμε. Δεν έχει σημασία η άδεια».