«Εσύ το ξεκίνησες;» Ξεφύσηξε με νόημα και υπονοούμενα. Είτε Αελίτισσες, είτε Αντορίτισσες, είτε οτιδήποτε άλλο, οι γυναίκες πάντα χρησιμοποιούσαν τέτοιους ήχους σαν ραβδιά, για να κεντρίσουν ή να χτυπήσουν. «Πάντως δεν έχει σημασία, μιας και ακολουθούμε τα έθιμα του Άελ. Δεν πρόκειται να ξανασυμβεί, Ραντ αλ’Θόρ». Εκείνος ξαφνιάστηκε —και χάρηκε― ακούγοντας λύπη στη φωνή της. «Ανήκεις στην κονταδελφή της κονταδελφής μου. Τώρα έχω τοχ στην Ηλαίην, αλλά δεν σε αφορά. Θα μείνεις πολύ ακόμα ξαπλωμένος; Άκουσα ότι τους άνδρες τους πιάνει μια τεμπελιά έπειτα, αλλά σίγουρα σε λίγο οι φατρίες θα ξεκινήσουν την προέλαση. Πρέπει να είσαι εκεί». Ξαφνικά μια ανήσυχη έκφραση σκίασε το πρόσωπό της και σωριάστηκε στα γόνατα. «Αν μπορούμε να επιστρέψουμε. Δεν είμαι σίγουρη αν μπορώ να θυμηθώ πώς έφτιαξα το άνοιγμα, Ραντ αλ’Θόρ. Πρέπει να βρεις δρόμο να γυρίσουμε».
Της είπε πώς είχε μπλοκάρει την πύλη της και ότι την ένιωθε να αντέχει. Εκείνη έδειξε ανακούφιση, του χαμογέλασε μάλιστα. Αλλά έγινε σαφές, ολοφάνερο πια, καθώς δίπλωνε τα πόδια της και έσιαζε τα φουστάνια της, ότι δεν σκόπευε να του γυρίσει στην πλάτη, καθώς αυτός θα ντυνόταν.
«Το σωστό σωστό», μουρμούρισε εκείνος έπειτα από λίγο και βγήκε από τις κουβέρτες».
Προσπάθησε να φανεί άνετος, όπως είχε κάνει κι αυτή, αλλά δεν ήταν εύκολο. Ένιωθε το βλέμμα της σαν άγγιγμα, ακόμα κι όταν της γύρισε την πλάτη. Μα κι αυτή τι ήθελε και του είπε ότι είχε ωραίο πισινό; Εκείνος δεν είχε πει τίποτα για το δικό της. Ούτως ή άλλως του το είχε πει για να τον κάνει να κοκκινίσει. Οι γυναίκες δεν κοίταζαν τους άνδρες μ’ αυτόν τον τρόπο. Και δεν ζητούν από τη μητέρα τους άδεια για να...; Είχε την υποψία ότι η ζωή με την Αβιέντα δεν είχε γίνει ούτε κομματάκι ευκολότερη.
32
Ένα Κοντό Δόρυ
Δεν το πολυσυζήτησαν. Έστω κι αν έξω μαινόταν ακόμα η καταιγίδα, μπορούσαν να φτάσουν στην πύλη χρησιμοποιώντας για μανδύες τις κουβέρτες και τα χαλάκια. Η Αβιέντα άρχισε να τα μοιράζει, ενώ αυτός έπιασε το σαϊντίν, γεμίζοντας τον εαυτό του με ζωή και θάνατο, υγρή φωτιά και λιωμένο πάγο.
«Χώρισέ τα ίσα», της είπε. Ήξερε ότι η φωνή του ήταν ψυχρή και ασυγκίνητη. Ο Ασμόντιαν είχε πει ότι μπορούσε να το ξεπεράσει, αλλά ως τώρα δεν το είχε καταφέρει.
Εκείνη τον κοίταξε έκπληκτη, αλλά το μόνο που είπε ήταν, «Είσαι πιο μεγαλόσωμος και θες περισσότερα», και συνέχισε κανονικά.
Άδικα θα διαφωνούσε. Σύμφωνα με την εμπειρία του, από το Πεδίο του Έμοντ ως τις Κόρες, αν μια γυναίκα ήθελε να κάνει κάτι για σένα, ο μόνος τρόπος για να την εμποδίσεις ήταν να τη δέσεις, ειδικά αν το κάτι συμπεριλάμβανε μια θυσία εκ μέρους της. Η έκπληξη ήταν πως δεν του είχε μιλήσει καυστικά, δεν είχε αναφέρει ότι ήταν ένας μαλθακός υδρόβιος. Ίσως, εκτός από την ανάμνηση, να είχε βγει και κάτι ακόμα καλό απ’ όλα αυτά. Δεν μπορεί να εννοεί στ’ αλήθεια ποτέ ξανά. Υποψιαζόταν όμως ότι η Αβιέντα αυτό ακριβώς εννοούσε.
Ύφανε μια ροή Φωτιάς λεπτή σαν δάχτυλο, έκοψε το περίγραμμα μιας πόρτας σε έναν τοίχο, πλάτυνε το άνοιγμα στο πάνω μέρος. Χύθηκε φως μέρας, ξαφνιάζοντάς τους. Ο Ραντ άφησε το σαϊντίν και αντάλλαξε μια έκπληκτη ματιά με την Αβιέντα. Είχε ξεχαστεί εκεί μέσα και δεν ήξερε τι ώρα ήταν —δεν ξέρεις τι χρονιά είναι― αλλά δεν μπορεί να βρίσκονταν εκεί τόσο πολύ. Όπου κι αν ήταν το μέρος που βρίσκονταν, απείχε μεγάλη απόσταση από την Καιρχίν.
Έσπρωξε το κομμάτι, αλλά αυτό δεν κουνήθηκε, παρά μόνο όταν εκείνος έβαλε πλάτη για να σπρώξει, έχωσε τις φτέρνες στο έδαφος κι έπεσε καταπάνω του μ’ όλη του τη δύναμη. Τη στιγμή που σκέφτηκε ότι μάλλον θα έκανε πιο εύκολα τη δουλειά με τη Δύναμη, το κομμάτι αναποδογύρισε, παρασέρνοντάς τον μαζί του στο παγωμένο, χλωμό φως της μέρας. Το κομμάτι όμως δεν έπεσε τελείως. Στάθηκε υπό γωνία, στηριγμένο στο χιόνι που είχε μαζευτεί γύρω από την καλύβα. Όπως κειτόταν ανάσκελα, με το κεφάλι του μόνο να ξεπροβάλλει λίγο, είδε κι άλλους λοφίσκους χιονιού· μερικοί ήταν ομαλά υψωματάκια γύρω από τα αραιά, καχεκτικά δενδράκια, τα οποία δεν αναγνώριζε, ενώ άλλα πρέπει να έθαβαν θάμνους ή βράχια.
Άνοιξε το στόμα ― και ξέχασε τι ήθελε να πει, καθώς κάτι διέσχισε τον αέρα ούτε δεκαπέντε μέτρα από πάνω του, μια γκρίζα μορφή με όψη σαν από δέρμα, πολύ μεγαλύτερη από άλογο, με πλατιά φτερά που χτυπούσαν αργά, μουσούδα με κέρατο που ξεπρόβαλλε μπροστά, πόδια με γαμψώνυχα και λεπτή ουρά σαν σαύρας πίσω. Το κεφάλι του Ραντ γύρισε, σαν να ’χε δική του βούληση, για να ακολουθήσει την πτήση του πλάσματος Στη ράχη του είχε δύο ανθρώπους· παρ’ όλο που έμοιαζαν να φορούν ρούχα με κουκούλες, φαίνονταν να εξετάζουν το έδαφος κάτω τους. Αν δεν ξεπρόβαλλε μόνο το κεφάλι του, αν δεν ήταν ακριβώς κάτω από το πλάσμα, σίγουρα θα τον είχαν δει.