Выбрать главу

«Άσε τις κουβέρτες», είπε, καθώς ξαναχωνόταν μέσα. Της είπε τι είχε δει. «Μπορεί να είναι φιλικοί, μπορεί και όχι, αλλά θα προτιμούσα να μην το μάθω». Πάντως, δεν ήξερε αν ήθελε να συναντήσει ανθρώπους που καβαλούσαν τέτοιο πλάσμα. Αν ήταν άνθρωποι. «Θα πάμε στα κρυφά ως την πύλη. Όσο πιο γρήγορα μπορούμε, αλλά στα κρυφά».

Ως εκ θαύματος, εκείνη δεν του αντιμίλησε. Όταν ο Ραντ το σχολίασε, ενώ τη βοηθούσε να σκαρφαλώσει το κομμάτι του πάγου —άλλο ένα θαύμα· δέχθηκε το χέρι του δίχως καν να τον αγριοκοιτάξει― του είπε, «Δεν διαφωνώ όταν κάνεις το λογικό, Ραντ αλ’Θόρ». Αυτός αλλιώς το θυμόταν.

Η περιοχή γύρω τους ήταν επίπεδη κάτω από την παχιά κουβέρτα του χιονιού, αλλά προς τα δυτικά υψώνονταν κοφτερά βουνά με άσπρες κορυφές, με τις άκρες τους στεφανωμένες από σύννεφα. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να καταλάβει ότι ήταν στα δυτικά, μιας και ο ήλιος ανέτειλε. Η μισή χρυσή σφαίρα του είχε ξεπροβάλει από τον ωκεανό. Ο Ραντ έμεινε να κοιτάζει. Η γη έγερνε, αφήνοντάς τον να δει κύματα να σκάνε, τινάζοντας μανιασμένους αφρούς, σε μια βραχώδη ακτή γεμάτη πέτρες περίπου μισό μίλι παραπέρα. Ένας ωκεανός στα ανατολικά, που εκτεινόταν δίχως τέλος προς τον ορίζοντα και προς τον ήλιο. Και να μην το είχε καταλάβει από το χιόνι, τώρα αυτό το θέαμα του έλεγε ότι δεν βρισκόταν σε γη που ήξερε.

Η Αβιέντα κοίταξε κατάπληκτη τα θυμωμένα κύματα και τα αφρισμένα φουσκώματα, και ύστερα τον κοίταξε, σμίγοντας τα φρύδια, καθώς αντιλαμβανόταν την κατάσταση. Μπορεί να μην είχε δει ποτέ ωκεανό, αλλά είχε δει χάρτες.

Με τα φουστάνια που φορούσε, το χιόνι τη δυσκόλευε πιο πολύ απ’ όσο τον Ραντ, ο οποίος ήδη αγκομαχούσε, όχι τόσο περπατώντας, όσο σέρνοντας τα πόδια, βουλιάζοντας μερικές φορές ως τη μέση του. Η Αβιέντα άφησε μια κοφτή ανάσα όταν τη σήκωσε στην αγκαλιά του, και τα πράσινα μάτια της τον αγριοκοίταξαν.

«Πρέπει να πάμε πιο γρήγορα απ’ όσο μπορείς να πας σέρνοντας τα φουστάνια σου», της είπε. Το άγριο βλέμμα καταλάγιασε, αλλά δεν άπλωσε το χέρι της γύρω από το σβέρκο του, όπως μισοέλπιζε αυτός. Αντίθετα, σταύρωσε τα χέρια κι πήρε υπομονετική έκφραση. Με ίχνη βαρυθυμίας. Ό,τι κι αν είχε αλλάξει μέσα της μετά απ’ αυτό που είχαν κάνει, πάντως δεν ήταν εντελώς διαφορετική. Ο Ραντ δεν καταλάβαινε γιατί αυτό του έφερνε ανακούφιση.

Θα μπορούσε να ανοίξει μονοπάτι λιώνοντας το χιόνι, όπως είχε κάνει στη θύελλα, όμως, αν ερχόταν κανένα άλλο από κείνα τα ιπτάμενα πλάσματα, ο καθαρός δρόμος θα το οδηγούσε κατευθείαν πάνω τους. Μια αλεπού τους προσπέρασε τρέχοντας πηδηχτά στο χιόνι δεξιά του, κατάλευκη, με εξαίρεση μια μαύρη άκρη στη φουντωτή ουρά της, κοιτώντας τους πού και πού επιφυλακτικά. Ίχνη λαγών φαίνονταν εδώ κι εκεί στο χιόνι, θαμπά στα σημεία απ’ όπου είχαν πηδήξει, και κάποια στιγμή ο Ραντ είδε αχνάρια από μια γάτα που πρέπει να ήταν μεγάλη σαν λεοπάρδαλη. Ίσως να υπήρχαν και ακόμα μεγαλύτερα ζώα, ίσως κάποιος άπτερος συγγενής εκείνου του παράξενου πλάσματος. Δεν θα ’θελε να συναντήσει κάτι τέτοιο, όμως υπήρχε πιθανότητα τα... ιπτάμενα... να πάρουν το σκαμμένο αυλάκι που άφηνε πίσω του για ίχνη ζώου.

Συνέχισε να προχωρά από δένδρο σε δένδρο, ενώ ευχόταν να υπήρχαν περισσότερα και να ήταν πυκνότερα. Φυσικά, αν ήταν πυκνότερα, μπορεί να μην είχε εντοπίσει την Αβιέντα μέσα στη θύελλα —εκείνη μούγκρισε, κοιτώντας τον συνοφρυωμένα, κι αυτός χαλάρωσε λίγο το σφίξιμό του― αλλά τώρα θα τους βοηθούσαν. Όμως, ακριβώς επειδή προχωρούσε έτσι προσεκτικά, είδε πρώτος τους άλλους.

Λιγότερα από πενήντα βήματα παραπέρα, ανάμεσα στον Ραντ και στην πύλη —ακριβώς στην πύλη· ένιωθε την ύφανσή του να την κρατά― υπήρχαν τέσσερις καβαλάρηδες και πάνω από είκοσι πεζοί. Οι έφιπποι ήταν όλοι γυναίκες κουκουλωμένες σε μακριούς, χοντρούς μανδύες με επένδυση από γούνα· δύο από αυτές είχαν από ένα ασημένιο βραχιόλι στον αριστερό καρπό έκαστη, από το οποίο ξεκινούσε ένα μακρύ λουρί του ίδιου αστραφτερού υλικού και κατέληγε σε ένα λαμπερό κολάρο, σφιγμένο στο λαιμό μιας γκριζοντυμένης γυναίκας δίχως μανδύα, που στεκόταν στο χιόνι. Οι άλλοι πεζοί ήταν άνδρες που έφεραν σκούρα δερμάτινη περιβολή κι αρματωσιά με πράσινα και χρυσά χρώματα, με επικαλυπτόμενα ελάσματα να κατηφορίζουν το στέρνο, το εξωτερικό των χεριών και το πρόσθιο μέρος των μηρών. Τα δόρατα τους είχαν πρασινόχρυσες φούντες, οι μακριές ασπίδες είχαν τα ίδια χρώματα και τα κράνη έμοιαζαν να είναι κεφάλια πελώριων εντόμων, με τα πρόσωπα να ξεπροβάλλουν ανάμεσα στις δαγκάνες. Ο ένας ήταν ολοφάνερα αξιωματικός, δίχως δόρυ ή ασπίδα, αλλά με ένα κυρτό σπαθί με μακριά λαβή στην πλάτη του. Η γυαλισμένη πανοπλία του είχε ελάσματα με ασημένιο περίγραμμα και πυκνά πράσινα φτερά, σαν κεραίες, που τόνιζαν την εντύπωση που έδινε το βαμμένο κράνος του. Τώρα ο Ραντ ήξερε πού είχαν βρεθεί αυτός και η Αβιέντα. Είχε ξαναδεί τέτοια αρματωσιά. Και γυναίκες με τέτοιο κολάρο.