Выбрать главу

Την άφησε πίσω από κάτι που έμοιαζε με πεύκο παραμορφωμένο από τον άνεμο, μόνο που η επιφάνειά του ήταν λεία και γκρίζα, με μαύρες πινελιές, κι έδειξε τους άλλους, κι εκείνη ένευσε σιωπηλά.

«Οι δυο γυναίκες στα λουριά μπορούν να διαβιβάσουν», της ψιθύρισε. «Μπορείς να τις φράξεις;» Πρόσθεσε βιαστικά, «Μην αγκαλιάσεις ακόμα την Πηγή. Είναι αιχμάλωτες, όμως ίσως προειδοποιήσουν τις άλλες, και ακόμα κι αν δεν τις προειδοποιήσουν, οι γυναίκες με τα βραχιόλια ίσως νιώσουν τις άλλες, όταν σε αισθανθούν».

Εκείνη τον κοίταξε παράξενα, αλλά δεν χρονοτρίβησε με ανόητες ερωτήσεις, παραδείγματος χάριν πού το ήξερε· ο Ραντ ήξερε ότι οι ερωτήσεις θα περίμεναν για αργότερα. «Οι γυναίκες με τα βραχιόλια μπορούν κι αυτές να διαβιβάσουν», του απάντησε πάλι με μαλακή φωνή. «Είναι πολύ παράξενη η αίσθηση. Αδύναμη. Σαν να μην το έχουν εξασκήσει ποτέ. Δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό».

Ο Ραντ καταλάβαινε. Οι νταμέην ήταν εκείνες που υποτίθεται ότι μπορούσαν να διαβιβάζουν. Αν δύο γυναίκες είχαν ξεγλιστρήσει από τα βρόχια των Σωντσάν για να γίνουν σουλ’ντάμ —κι απ’ όσο ήξερε, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύκολο, μιας και οι Σωντσάν δοκίμαζαν όλες τις γυναίκες στα χρόνια που μπορεί να πρωτοέδειχναν σημάδια διαβίβασης― τότε δεν θα ρίσκαραν να προδοθούν. «Μπορείς να φράξεις και τις τέσσερις;»

Εκείνη τον κοίταξε με μεγάλη αυταρέσκεια. «Φυσικά. Η Εγκουέν μου δίδαξε να χειρίζομαι αρκετές ροές ταυτοχρόνως. Μπορώ να τις μπλοκάρω, να τις στερεώσω, και να τις τυλίξω σε ροές Αέρα προτού καταλάβουν τι γίνεται». Το αυτάρεσκο ύφος χάθηκε. «Είμαι αρκετά γρήγορη, ώστε να τις αντιμετωπίσω και να φροντίσω για τα άλογά τους, αλλά οι υπόλοιποι θα μείνουν για σένα, μέχρι να μπορέσω να φέρω βοήθεια. Αν ξεφύγει κανείς... Σίγουρα θα μπορούν να πετάξουν δόρυ σε τέτοια απόσταση, κι αν σε καρφώσει κανένα στο έδαφος...» Για μια στιγμή, μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της, λες και ήταν θυμωμένη που δεν μπορούσε να ολοκληρώσει ούτε μια φράση. Στο τέλος τον κοίταξε, με βλέμμα πιο οργισμένο από κάθε άλλη φορά. «Η Εγκουέν μου είπε για τη Θεραπεία, αλλά αυτή ξέρει λίγα κι εγώ ακόμη λιγότερα».

Τι, άραγε, την είχε θυμώσει τώρα; Πιο εύκολα θα καταλάβεις τον ήλιο παρά μια γυναίκα, σκέφτηκε ειρωνικά. Του το είχε πει ο Θομ Μέριλιν και ήταν η καθαρή αλήθεια. «Εσύ κοίτα να φράξεις αυτές τις γυναίκες», της είπε. «Τα υπόλοιπα άσ’ τα πάνω μου. Αλλά μόνο όταν σου αγγίξω το μπράτσο».

Κατάλαβε ότι η Αβιέντα νόμιζε πως καυχιόταν, αλλά δεν θα χρειαζόταν να χωρίσει ροές, μόνο να υφάνει μια περίπλοκη ροή Αέρα, η οποία θα έδενε τα χέρια στο πλάι και θα συγκρατούσε τόσο τα πόδια των αλόγων όσο και των ανθρώπων. Πήρε μια βαθιά ανάσα, άρπαξε το σαϊντίν, της άγγιξε το μπράτσο και διαβίβασε.

Κραυγές έκπληξης υψώθηκαν από τους Σωντσάν. Θα ’πρεπε να έχει προνοήσει και για φίμωτρα, αλλά θα περνούσαν από την πύλη προτού τραβήξουν την προσοχή άλλων. Κρατώντας την πηγή, άρπαξε την Αβιέντα από το μπράτσο και τη μισοέσυρε στο χιόνι, αγνοώντας την, καθώς αυτή γρύλιζε ότι μπορούσε να περπατήσει. Τουλάχιστον, μ’ αυτόν τον τρόπο της άνοιγε μονοπάτι, κι έπρεπε να βιαστούν.

Οι Σιουάν ησύχασαν, κοιτώντας τους, καθώς οι δυο τους περνούσαν από μπροστά. Οι δύο γυναίκες που δεν ήταν σουλ’ντάμ είχαν κατεβάσει τις κουκούλες, παλεύοντας με την ύφανσή του. Ο Ραντ κρατούσε την ύφανση αντί να τη στερεώσει· όταν έφευγε θα έπρεπε να τη λύσει, για τον απλό λόγο ότι δεν μπορούσε να αφήσει ούτε καν Σωντσάν δεμένους στο χιόνι. Αν δεν πέθαιναν από το ψύχος, υπήρχε και η μεγάλη γάτα που είχε δει τα ίχνη της. Όπου υπήρχε μία, πρέπει να υπήρχαν κι άλλες.

Η πύλη ήταν βεβαίως εκεί, αλλά, αντί να βλέπει στο δωμάτιό του στο Έιανροντ, έδειχνε ένα γκρίζο, άμορφο κενό. Έμοιαζε επίσης πιο στενή απ’ όσο τη θυμόταν. Το χειρότερο ήταν ότι μπορούσε να δει την ύφανση της γκριζάδας. Είχε υφανθεί από σαϊντίν. Μια οργισμένη σκέψη γλίστρησε στην επιφάνεια του Κενού. Δεν καταλάβαινε το σκοπό της, αλλά μπορεί να ήταν παγίδα για όποιον περνούσε, υφασμένη από έναν άνδρα Αποδιωγμένο. Από τον Ασμόντιαν, το πιθανότερο· αν ο Αποδιωγμένος μπορούσε να τον παραδώσει στους υπόλοιπους, ίσως ξανάπαιρνε τη θέση του ανάμεσά τους. Αλλά δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να μείνουν εκεί. Αν η Αβιέντα μπορούσε να θυμηθεί πώς είχε υφάνει την πύλη την πρώτη φορά, θα άνοιγε και δεύτερη, αλλά τώρα θα αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσουν αυτήν εδώ, παρά την παγίδα.