Μια έφιππη, που στο μπροστινό μέρος του γκρίζου μανδύα της υπήρχε ζωγραφισμένο ένα μαύρο κοράκι με φόντο ένα σκοτεινό πύργο, είχε αυστηρό πρόσωπο και μαύρα μάτια, που πάσχιζαν να τρυπήσουν το κρανίο του Ραντ. Μια άλλη, νεότερη, κοντύτερη και με πιο ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, αλλά και με πιο αριστοκρατικό ύφος, είχε μια ασημένια αλογοκεφαλή στον πράσινο μανδύα της. Τα μικρά της δάχτυλα, μέσα στα γάντια ιππασίας, έμοιαζαν να είναι υπερβολικά μακριά. Ο Ραντ, βλέποντας τα ξυρισμένα πλαϊνά του κεφαλιού της, ήξερε ότι τα μακριά δάχτυλα των γαντιών έκρυβαν νύχια που είχαν αφεθεί να μεγαλώσουν, σίγουρα περιποιημένα με βερνίκι ― και τα δύο ήταν χαρακτηριστικά των αριστοκρατών Σωντσάν. Οι στρατιώτες είχαν σκληρή όψη και στέκονταν ασάλευτοι, όμως τα γαλανά μάτια του αξιωματικού σπίθιζαν πίσω από τα σαγόνια του εντομόμορφου κράνους, και τα δάχτυλα των γαντοφορεμένων χεριών του έτρεμαν, καθώς πάσχιζε μάταια να φτάσει το σπαθί του.
Ο Ραντ δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτούς, αλλά δεν ήθελε να αφήσει τις νταμέην πίσω. Το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να τους δώσει την ευκαιρία να δραπετεύσουν. Μπορεί να τον κοίταζαν όπως θα κοίταζαν ένα αγρίμι με γυμνωμένα δόντια, όμως δεν είχαν διαλέξει αυτές να είναι αιχμάλωτες, να τους φέρονται σαν να μην ήταν παρά δαμασμένα ζώα. Ακούμπησε το κολάρο της πλησιέστερης και ένιωσε ένα τίναγμα, που σχεδόν έκανε το μπράτσο του να μουδιάσει· για μια στιγμή, το Κενό σάλεψε και το σαϊντίν μάνιασε μέσα του σαν χιονοθύελλα στο χιλιαπλάσιο. Τα κοντά ξανθά μαλλιά της νταμέην πετάχτηκαν πέρα δώθε, καθώς αυτή σφάδαζε στο άγγιγμά του, ουρλιάζοντας, και η σουλ’ντάμ, που ήταν συνδεμένη μαζί της, άφησε μια κοφτή ανάσα και το πρόσωπό της χλώμιασε. Και οι δύο θα σωριάζονταν κάτω, αν δεν τις συγκρατούσαν τα δεσμά του Αέρα.
«Δοκίμασε εσύ», είπε στην Αβιέντα, ανοιγοκλείνοντας το χέρι του. «Μια γυναίκα σίγουρα μπορεί να αγγίξει αυτό το πράγμα χωρίς να πάθει τίποτα. Δεν ξέρω πώς ανοίγει». Έμοιαζε να είναι μονοκόμματο, ενωμένο με κάποιον τρόπο, όπως ακριβώς το βραχιόλι και το λουρί. «Αλλά φοριέται, άρα σίγουρα μπορεί να αφαιρεθεί». Αν καθυστερούσαν μερικές στιγμές, σίγουρα δεν θα άλλαζε τίποτα σ’ αυτό που είχε πάθει η πύλη. Ήταν άραγε ο Ασμόντιαν;
Η Αβιέντα κούνησε το κεφάλι, αλλά άρχισε να ψάχνει το κολάρο της άλλης. «Μην κουνιέσαι», μούγκρισε, καθώς η νταμέην, μια χλωμή κοπελίτσα δεκάξι-δεκαεπτά χρονών γυρνούσε για να την κοιτάξει μορφάζοντας. Αν οι δεμένες γυναίκες κοίταζαν τον Ραντ σαν να ήταν άγριο θηρίο, την Αβιέντα την κοίταζαν σαν να ήταν εφιάλτης που είχε πάρει σάρκα και οστά.
«Είναι μαράθ’νταμέην», θρήνησε η χλωμή κοπέλα. «Σώσε τη Σέρι, κυρά! Σε παρακαλώ, κυρά! Σώσε τη Σέρι!» Η άλλη νταμέην, μεγαλύτερη, που έμοιαζε στοργική και καλοσυνάτη, άρχισε να κλαίει δίχως σταματημό. Η Αβιέντα για κάποιο λόγο κοίταξε τον Ραντ όσο άγρια είχε κοιτάξει την κοπέλα, μουρμουρίζοντας θυμωμένα μέσα από τα δόντια της, καθώς πάλευε με το κολάρο.
«Αυτός είναι, Αρχόντισσα Μόρσα», είπε ξαφνικά η σουλ’ντάμ της άλλης νταμέην με αργή, συρτή προφορά που ο Ραντ μετά βίας καταλάβαινε. «Φέρω αρκετό καιρό το βραχιόλι και θα καταλάβαινα αν η μαράθ’νταμέην είχε κάνει κάτι παραπάνω από το να φράξει τη Τζίνι». Η Μόρσα δεν έδειξε να ξαφνιάζεται. Για την ακρίβεια, τα γαλανά μάτια της φωτίστηκαν, δείχνοντας τρόμο και αναγνώριση, καθώς κοίταζαν τον Ραντ. Μόνο ένας λόγος υπήρχε γι’ αυτό.
«Ήσουν στο Φάλμε», είπε ο Ραντ. Αν περνούσε πρώτος, αυτό σήμαινε ότι θα άφηνε την Αβιέντα πίσω, έστω και μόνο για μια στιγμή.
«Ήμουν». Η αριστοκράτισσα έμοιαζε έτοιμη να λιποθυμήσει, αλλά η αργή, συρτή φωνή της ήταν ψυχρή, αγέρωχη. «Σε είδα και είδα τι έκανες».
«Πρόσεξε μην κάνω τα ίδια κι εδώ. Μην τα βάλετε μαζί μου κι εγώ θα σας αφήσω στην ησυχία σας». Δεν μπορούσε να στείλει πρώτη την Αβιέντα, εκεί που μόνο το Φως ήξερε τι την περίμενε. Αν δεν ήταν τόσο απόμακρα τα συναισθήματά του, θα έκανε μια γκριμάτσα, όπως έκανε και η Αβιέντα με κείνο το κολάρο. Έπρεπε να περάσουν μαζί και να ετοιμαστούν για να αντιμετωπίσουν τα πάντα.
«Πολλά έχουν κρατηθεί μυστικά για το τι συνέβη στις χώρες του μεγάλου Γερακόφτερου, Αρχόντισσα Μόρσα», είπε η γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο. Τα μαύρα μάτια της κοίταζαν εξίσου σκληρά τη Μόρσα όσο και τον Ραντ. «Μαίνονται οι φήμες ότι ο Αεί Νικηφόρος Στρατός γεύθηκε ήττα».
«Τώρα αναζητάς την αλήθεια στις φήμες, Τζαλίντιν;» ρώτησε η Μόρσα με αιχμηρό τόνο. «Μια Αναζητήτρια θα ’πρεπε να ξέρει πότε να κρατά το στόμα της κλειστό. Η ίδια η Αυτοκράτειρα έχει απαγορεύσει κάθε συζήτηση για το Κορίν μέχρι να το κηρύξει ξανά. Αν εγώ ή εσύ πούμε έστω και το όνομα της πόλης όπου έφτασε εκείνη η αποστολή, θα μας κόψουν τη γλώσσα. Μήπως θα ήθελες να βρεθείς με κομμένη τη γλώσσα στον Πύργο των Κορακιών; Ακόμα και οι Αφουγκραστές δεν θα σε άκουγαν να ουρλιάζεις για έλεος, ούτε θα έδιναν σημασία».