Ο Ραντ δεν καταλάβαινε παρά μόνο δυο λέξεις στις τρεις και δεν έφταιγε η παράξενη προφορά. Ευχήθηκε να είχε το χρόνο να τις ακούσει. Κορίν. Ο Γυρισμός. Έτσι είχαν αποκαλέσει οι Σωντσάν του Φάλμε την απόπειρά τους να καταλάβουν τους τόπους πέρα από τον ωκεανό Άρυθ —τους τόπους όπου ζούσε ο Ραντ― τους οποίους θεωρούσαν κληρονομιά τους. Τα υπόλοιπα —Αναζητήτρια, Αφουγκραστές, Πύργος των Κορακιών― ήταν μυστήριο. Αλλά, όπως φαινόταν, ο Γυρισμός είχε ματαιωθεί, τουλάχιστον προς το παρόν. Ήταν χρήσιμο να το ξέρει.
Η πύλη ήταν όντως στενότερη. Ίσως ένα δάχτυλο στενότερη απ’ όσο πριν από μερικές στιγμές. Το μόνο που την κρατούσε ανοιχτή ήταν η φραγή του· η πύλη είχε προσπαθήσει να κλείσει, μόλις η Αβιέντα είχε ελευθερώσει την ύφανσή της, και ακόμα προσπαθούσε.
«Βιάσου», είπε στην Αβιέντα κι εκείνη του έριξε μια ματιά τόσο υπομονετική, που έμοιαζε με πετριά ανάμεσα στα μάτια του.
«Προσπαθώ, Ραντ αλ’Θόρ», του είπε, ενώ ακόμα ψηλαφούσε το κολάρο. Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα της Σέρι· ένα συνεχές χαμηλόφωνο βογκητό έβγαινε από το λαρύγγι της, λες και φοβόταν μήπως της το έκοβε η Αελίτισσα. «Παραλίγο θα σκότωνες τις άλλες δύο, ίσως και τον εαυτό σου. Ένιωσα τη Δύναμη να χιμά μέσα τους ανεξέλεγκτη, όταν άγγιξες το άλλο κολάρο. Άσε με να ασχοληθώ λοιπόν, και, αν μπορώ, θα το κάνω». Μουρμούρισε μια βλαστήμια και δοκίμασε πάλι από το πλάι.
Ο Ραντ σκέφτηκε να βάλει τις σουλ’ντάμ να αφαιρέσουν τα κολάρα —αν υπήρχε κάποιος που ήξερε πώς έβγαιναν αυτά τα πράγματα, σίγουρα θα ήταν αυτές― αλλά, βλέποντας τα συνοφρυωμένα βλέμματά τους, κατάλαβε ότι θα έπρεπε να τις καταναγκάσει. Αφού δεν μπορούσε να σκοτώσει γυναίκα, δεν μπορούσε βεβαίως και να βασανίσει μια.
Αναστέναξε και κοίταξε την άμορφη γκριζάδα που γέμιζε ξανά την πύλη. Οι ροές έμοιαζαν να είναι υφασμένες μέσα στις δικές του· δεν μπορούσε να κόψει τις μεν χωρίς τις δε. Αν περνούσε την πύλη, ίσως ενεργοποιούσε την παγίδα, αλλά, αν έκοβε τη γκριζάδα, τότε αυτή η πράξη, ακόμα κι αν δεν την ενεργοποιούσε, θα έκανε την πύλη να κλείσει απότομα προτού προλάβουν να μπουν. Θα έπρεπε να πηδήξουν στα τυφλά και το Φως μόνο ήξερε πού θα κατέληγαν.
Η Μόρσα είχε ακούσει προσεκτικά κάθε λέξη που είχε ανταλλάξει ο Ραντ με την Αβιέντα, και τώρα κοίταζε συλλογισμένα τις δύο σουλ’ντάμ, αλλά η Τζαλίντιν δεν είχε πάρει στιγμή το βλέμμα από το πρόσωπο της αριστοκράτισσας. «Πολλά έχουν μείνει μυστικά από τους Αναζητητές, ενώ δεν θα έπρεπε, Αρχόντισσα Μόρσα», είπε η αυστηρή γυναίκα. «Οι Αναζητητές πρέπει να τα γνωρίζουν όλα».
«Μην ξεχνάς τη θέση σου, Τζαλίντιν», της αντιγύρισε η Μόρσα, ενώ τα γαντοφορεμένα χέρια της τινάζονταν απότομα· αν δεν ήταν ακινητοποιημένα τα μπράτσα στα πλευρά της, θα είχε μαστιγώσει το άλογό της με τα γκέμια. Όπως ήταν έτσι, όμως, απλώς έγειρε το κεφάλι και κοίταξε με ύφος την άλλη γυναίκα. «Σε έστειλαν σε μένα επειδή ο Σάρεκ έχει υψηλές βλέψεις και κάνει σχέδια για το Σερενγκάντα Ντάι και το Τούελ, όχι για να ρωτάς τι έχει πει η Αυτοκράτειρα―»
Η Τζαλίντιν τη διέκοψε τραχιά. «Εσύ ξεχνάς τη θέση σου, Αρχόντισσα Μόρσα, αν νομίζεις ότι μπορείς να είσαι στο απυρόβλητο από τους Αναζητητές της Αλήθειας. Εγώ προσωπικά ανέκρινα τόσο μια κόρη όσο και έναν γιο της Αυτοκράτειρας, που το Φως να την ευλογεί, και σε ευγνωμοσύνη για τις ομολογίες που τους απέσπασα, μου επέτρεψε να την κοιτάξω. Νομίζεις ότι ο ασήμαντος Οίκος σου είναι ανώτερος από τα παιδιά της ίδιας της Αυτοκράτειρας;»
Η Μόρσα έμεινε όρθια, όχι ότι είχε επιλογή, αλλά το πρόσωπό της έγινε σταχτί, κι έγλειψε τα χείλη της. «Η Αυτοκράτειρα, που το Φως να τη λαμπρύνει για πάντα, ήδη ξέρει πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορώ να πω. Δεν ήθελα να υπονοήσω―»
Η Αναζητήτρια τη διέκοψε ξανά, γυρνώντας το κεφάλι, για να μιλήσει στους στρατιώτες, σαν να μην υπήρχε η Μόρσα. «Αυτή η γυναίκα, η Μόρσα, τελεί υπό επιτήρηση από τους Αναζητητές της Αλήθειας. Θα ανακριθεί μόλις επιστρέψουμε στο Μέρινλο. Και οι σουλ’ντάμ και οι νταμέην, επίσης. Φαίνεται ότι κι αυτές έκρυβαν αυτό που δεν έπρεπε να κρύψουν». Φρίκη απλώθηκε στα πρόσωπα των γυναικών που είχε αναφέρει, όμως η Μόρσα ήταν σε χειρότερη κατάσταση απ’ όλες. Με μάτια διάπλατα, πρόσωπο όλο ξαφνική αγωνία, καμπούριασε, όσο της το επέτρεπαν τα αόρατα δεσμά της, χωρίς να ξεστομίσει ούτε μια λέξη διαμαρτυρίας. Έδειχνε ότι ήθελε να ουρλιάξει, όμως το —αποδεχόταν. Το βλέμμα της Τζαλίντιν στράφηκε στον Ραντ. «Σε ονόμασε Ραντ αλ’Θόρ. Θα έχεις καλή αντιμετώπιση, αν παραδοθείς σε μένα, Ραντ αλ’Θόρ. Μ’ όποιον τρόπο κι αν ήρθες εδώ, μην νομίζεις ότι θα καταφέρεις να διαφύγεις, έστω κι αν μας σκοτώσεις. Έχει ξεκινήσει μια εκτεταμένη έρευνα για τη μαράθ’νταμέην που διαβίβασε τη νύχτα». Τα μάτια της πετάχτηκαν στην Αβιέντα. «Θα σε βρουν και σένα, είναι αναπόφευκτο, και ίσως σκοτωθείς κατά λάθος. Υπάρχουν αναταραχές σ’ αυτήν την περιφέρεια. Δεν ξέρω πώς αντιμετωπίζουν τους άνδρες σαν και σένα στα μέρη σου, όμως στη Σωντσάν θα απαλύνουμε τη δυστυχία σου. Εδώ, θα βρεις μεγάλη τιμή στη χρήση της δύναμης σου».