Выбрать главу

Αυτός της γέλασε κατάμουτρα κι εκείνη έδειξε να προσβάλλεται. «Δεν μπορώ να σε σκοτώσω, αλλά ορκίζομαι ότι γι’ αυτό θα σου γδάρω το τομάρι». Δεν θα είχε να ανησυχεί μήπως τον ειρήνευαν, αν έπεφτε στα χέρια τους. Στη Σωντσάν, σκότωναν τους άνδρες που μπορούσαν να διαβιβάσουν. Δεν τους εκτελούσαν. Τους κυνηγούσαν και τους σκότωναν επιτόπου.

Η γεμάτη γκριζάδα πύλη ήταν άλλο ένα δάχτυλο στενότερη και τώρα μόλις που είχε αρκετό πλάτος για να περάσουν μαζί οι δυο τους. «Άφησε την, Αβιέντα. Πρέπει να φύγουμε τώρα».

Εκείνη άφησε το κολάρο της Σέρι και τον κοίταξε αγανακτισμένη, αλλά το βλέμμα της τον προσπέρασε κι έφτασε στην πύλη· μάζεψε τα φουστάνια της και διέσχισε με κόπο το χιόνι, μουρμουρίζοντας μόνη κάτι για το παγωμένο νερό.

«Να είσαι έτοιμη, ό,τι και να συμβεί», της είπε, αγκαλιάζοντάς την από τους ώμους. Σκέφτηκε ότι το έκανε επειδή έπρεπε να είναι κολλητά για να χωρέσουν. Όχι επειδή ήταν ωραία η αίσθησή της. «Δεν ξέρω τι, αλλά να είσαι έτοιμη». Εκείνη ένευσε κι αυτός είπε, «Πήδα!»

Πήδηξαν μαζί στη γκριζάδα, ενώ ο Ραντ άφηνε την ύφανση που συγκρατούσε τους Σωντσάν, για να ξεχειλίσει τον εαυτό του από σαϊντίν...

...κι έπεσαν κουτρουβαλώντας στην κρεβατοκάμαρά του στο Έιανροντ, που τη φώτιζαν λάμπες, με τα παράθυρα να δείχνουν σκοτεινιά.

Ο Ασμόντιαν καθόταν με την πλάτη στον τοίχο πλάι στην πόρτα, σταυρώνοντας τα πόδια. Δεν αγκάλιαζε την Πηγή, αλλά ο Ραντ καλού-κακού έριξε μια φραγή ανάμεσα στον Αποδιωγμένο και στο σαϊντίν. Στριφογύρισε με το χέρι ακόμα γύρω από την Αβιέντα και είδε ότι η πύλη είχε χαθεί. Όχι, δεν είχε χαθεί —ακόμα έβλεπε την ύφανσή του και την άλλη, που ήξερε ότι πρέπει να ήταν του Ασμόντιαν― αλλά δεν έμοιαζε να υπάρχει τίποτα εκεί. Δίχως παύση, έκοψε την ύφανσή του και ξαφνικά εμφανίστηκε η πύλη, αποκαλύπτοντας, σε ένα άνοιγμα που στένευε γοργά, τους Σωντσάν, με την Αρχόντισσα Μόρσα καμπουριασμένη στη σέλα της και την Τζαλίντιν να κραυγάζει διαταγές. Ένα λευκοπράσινο δόρυ με μια φούντα πέρασε από το άνοιγμα, λίγο προτού αυτό κλείσει απότομα. Ενστικτωδώς, ο Ραντ διαβίβασε Αέρα για να αρπάξει το δόρυ, από το οποίο είχε απομείνει ένα κομμάτι μισού μέτρου που κλυδωνιζόταν. Το κοντάρι ήταν κομμένο ομαλά, σαν να το είχε κάνει τεχνίτης. Τρέμοντας, ένιωσε χαρά που δεν είχε προσπαθήσει να αφαιρέσει το γκρίζο φράγμα —ό,τι κι αν ήταν― προτού πηδήξουν.

«Καλά που δεν συνήλθαν εγκαίρως οι σουλ’ντάμ», είπε, παίρνοντας στο χέρι το κομμένο δόρυ, «αλλιώς θα μας είχαν επιτεθεί με κάτι χειρότερο απ’ αυτό». Κοίταξε τον Ασμόντιαν με την άκρη του ματιού, όμως εκείνος απλώς καθόταν εκεί, με μια άρρωστη έκφραση. Δεν μπορούσε να ξέρει αν ο Ραντ ήθελε να του δώσει να φάει εκείνο το δόρυ.

Η Αβιέντα ξεφύσηξε με νόημα. «Νομίζεις ότι τις απελευθέρωσα;» του είπε με ένταση. Του έπιασε και του κατέβασε το χέρι, αλλά ο Ραντ πίστεψε ότι δεν είχε θυμώσει μαζί του. Ή τουλάχιστον για το χέρι του. «Έδεσα τις θωρακίσεις τους όσο πιο σφιχτά μπορούσα. Είναι εχθροί σου, Ραντ αλ’Θόρ. Ακόμα κι αυτές που λες νταμέην είναι υπάκουα σκυλιά, που θα προτιμούσαν να σε σκοτώσουν παρά να βρεθούν ελεύθερα. Πρέπει να είσαι σκληρός με τους εχθρούς σου, όχι μαλακός».

Είχε δίκιο, σκέφτηκε αυτός, ζυγιάζοντας το δόρυ. Είχε αφήσει πίσω του εχθρούς που κάποια μέρα ίσως τους έβρισκε μπροστά του. Έπρεπε να γίνει σκληρότερος. Αλλιώς, θα τον έλιωναν προτού καν φτάσει στο Σάγιολ Γκουλ.

Η Αβιέντα άρχισε ξαφνικά να σιάζει τα φουστάνια της και η φωνή της πήρε τόνο απλής συζήτησης. «Πρόσεξα ότι δεν έσωσες από τη μοίρα της εκείνη τη χλωμούλα τη Μόρσα. Έτσι που την κοίταζες, νόμιζα ότι τα μεγάλα μάτια της και ο στρογγυλός της κόρφος σού είχαν τραβήξει την προσοχή».

Ο Ραντ την κοίταξε με κατάπληξη, η οποία απλώθηκε σαν σιρόπι στην αδειανοσύνη που τον περιέβαλλε. Το είχε πει με το ύφος που θα έλεγε ότι η σούπα ήταν έτοιμη. Αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να έχει προσέξει τον κόρφο της Μόρσα, έτσι που ήταν κρυμμένος στο μανδύα με τη γούνινη επένδυση. «Έπρεπε να την είχα φέρει εδώ», είπε. «Για να την ανακρίνω σχετικά με τους Σωντσάν. Φοβάμαι πως θα τον ξαναβρώ αυτό τον μπελά».