Το λαμπύρισμα που είχε εμφανιστεί στο βλέμμα της χάθηκε. Ανοιξε το στόμα της, αλλά σταμάτησε, κοιτώντας τον Ασμόντιαν, ενώ εκείνος είχε σηκώσει το χέρι. Ο Ραντ έβλεπε στα μάτια της τις ερωτήσεις για τους Σωντσάν. Ξέροντάς την, ήξερε ότι, αν άρχιζε, δεν θα σταματούσε να ψάχνει, προτού αποκαλύψει ψήγματα γνώσης που δεν θυμόταν ούτε ο ίδιος ότι τα είχε. Κάτι που μπορεί να μην ήταν καθόλου κακό. Κάποια άλλη στιγμή. Αφού είχε εκμαιεύσει μερικές απαντήσεις από τον Ασμόντιαν. Η Αβιέντα είχε δίκιο. Έπρεπε να γίνει σκληρός.
«Ήταν έξυπνο αυτό που έκανες», του είπε αυτή, «που έκρυψες το άνοιγμα, Αν είχε έρθει εδώ ένας γκαϊ’σάιν, μπορεί να είχαν περάσει από μέσα χίλιες δοραταδελφές, ψάχνοντας για σένα».
Ο Ασμόντιαν ξερόβηξε. «Ήρθε πράγματι μια γκαϊ’σάιν. Κάποια ονόματι Σούλιν της είπε ότι έπρεπε να σε παρακολουθήσει να τρως, Άρχοντα Δράκοντα, και, για να την εμποδίσω, προτού φέρει το δίσκο εδώ και σε βρει φευγάτο, πήρα το θάρρος να της πω ότι εσύ και η νεαρή δεν θέλατε να ενοχληθείτε». Στένεψε ανεπαίσθητα τα μάτια, κάτι που τράβηξε την προσοχή του Ραντ.
«Τι;»
«Απλώς της φάνηκε παράξενο. Γέλασε δυνατά κι έφυγε τρέχοντας. Μερικά λεπτά αργότερα, πρέπει να μαζεύτηκαν καμιά εικοσαριά Φαρ Ντάραϊς Μάι κάτω από το παράθυρο, φωνάζοντας και χτυπώντας τα δόρατα στις ασπίδες τους επί μία ολόκληρη ώρα, για να μην πω παραπάνω. Οφείλω να ομολογήσω, Άρχοντα Δράκοντα, ότι μερικές υποδείξεις τους ξάφνιασαν ακόμα και μένα».
Ο Ραντ ένιωσε τα μάγουλά του να καίνε —που να καεί, είχε συμβεί στην άλλη άκρη του κόσμου, και όμως οι Κόρες το είχαν μάθει!― αλλά η Αβιέντα απλώς μισόκλεισε τα μάτια.
«Είχε μαλλιά και μάτια σαν τα δικά μου;» Δεν περίμενε να δει τον Ασμόντιαν να νεύει. «Πρέπει να ήταν η πρωταδελφή μου η Νιέλα». Είδε την έκπληκτη έκφραση στο πρόσωπο του Ραντ και απάντησε, προτού αυτός μιλήσει. «Η Νιέλα είναι υφάντρα, όχι Κόρη, και την είχαμε πάρει πριν από ένα χρόνο από τις Κόρες του Τσαρήν σε μια επιδρομή στο Φρούριο Σουλάρα. Προσπάθησε να με πείσει να μην πάρω το δόρυ, και πάντα ήθελε να παντρευτώ. Θα τη στείλω πίσω στους Τσαρήν με μια ξυλιά στον πισινό για κάθε μια που της το είπε!»
Ο Ραντ την έπιασε από το μπράτσο, καθώς εκείνη έκανε να βγει από το δωμάτιο. «Θέλω να μιλήσω με τον Νατάελ. Δεν φαντάζομαι να έχει μείνει πολλή ώρα μέχρι την αυγή...»
«Δυο ωρίτσες, ίσως», παρενέβη ο Ασμόντιαν.
«...έτσι δεν θα προλάβουμε να κοιμηθούμε πολύ. Αν θέλεις να πλαγιάσεις, θα σε πείραζε να βρεις αλλού κρεβάτι; Ούτως ή άλλως, θέλεις καινούριες κουβέρτες».
Εκείνη ένευσε κοφτά, προτού τραβήξει το χέρι της, και βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Σίγουρα δεν ήταν θυμωμένη που την είχε διώξει από την κρεβατοκάμαρα του —πώς μπορούσε να είναι; Η ίδια είχε πει ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα άλλο μεταξύ τους― αλλά ο Ραντ χάρηκε που δεν ήταν ο ίδιος στη θέση της Νιέλα.
Χτυπώντας το κομμένο δόρυ στο χέρι του, στράφηκε στον Ασμόντιαν.
«Παράξενο σκήπτρο, Άρχοντα Δράκοντα».
«Κάνει τη δουλειά του». Το ήθελε για να του θυμίζει ότι οι Σωντσάν ήταν ακόμα εκεί έξω. Για μια φορά, ευχήθηκε να ήταν η φωνή του ακόμα πιο ψυχρή απ’ όσο μπορούσαν να την κάνουν το Κενό και το σαϊντίν. Έπρεπε να γίνει σκληρός. «Προτού αποφασίσω αν πρέπει να σε σουβλίσω σαν αρνί μ’ αυτό, γιατί δεν ανέφερες ποτέ το κόλπο που κάνει κάτι αόρατο; Αν δεν μπορούσα να δω τις ροές, δεν θα ήξερα ότι η πύλη ήταν ακόμα εκεί».
Ο Ασμόντιαν ξεροκατάπιε, σάλεψε, σαν να μην ήξερε αν ο Ραντ εννοούσε στ’ αλήθεια την απειλή του. Ούτε κι ο ίδιος ο Ραντ ήξερε. «Άρχοντα Δράκοντα, ποτέ δεν ρώτησες. Γίνεται με το λύγισμα του φωτός. Πάντα έχεις τόσες ερωτήσεις, που είναι δύσκολο να βρω μια στιγμή να μιλήσω για οτιδήποτε άλλο. Πρέπει να έχεις καταλάβει πια ότι προσχώρησα απολύτως στην παράταξή σου». Έγλειψε τα χείλη και σηκώθηκε. Στα γόνατα. Και άρχισε να μιλά γοργά, νευρικά. «Ένιωσα την ύφανση σου ― όποιος ήταν μέχρι ένα μίλι απόσταση θα την ένιωθε ― ποτέ δεν είδα τέτοιο πράγμα ― δεν ήξερα ότι μπορούσε κανείς εκτός από τον Ντεμάντρεντ να μπλοκάρει μια πύλη που κλείνει, ίσως και η Σέμιραγκ ― και ο Λουζ Θέριν ― την ένιωσα και ήρθα, και δυσκολεύτηκα να περάσω απ’ αυτές τις Κόρες ― έκανα το ίδιο τέχνασμα ― θα πρέπει να ξέρεις πια ότι είμαι δικός σου άνθρωπός σου. Άρχοντα Δράκοντα, είμαι ο άνθρωπός σου».
Αυτό που τον ενόχλησε περισσότερο ήταν η επανάληψη εκείνων που είχε πει ο Καιρχινός. Ανεμίζοντας το μισό δόρυ, είπε τραχιά, «Σήκω. Δεν είσαι σκυλί». Αλλά, καθώς ο Ασμόντιαν σηκωνόταν αργά, ο Ραντ ακούμπησε τη μακριά αιχμή στο λαιμό του άλλου. Έπρεπε να γίνει σκληρός. «Από δω και μπρος, θα μου λες δυο πράγματα που δεν ρώτησα κάθε φορά που μιλάμε. Πρόσεξε τι σου λέω: κάθε φορά. Αν μου περάσει από το μυαλό ότι πας να μου κρύψεις κάτι, θα εύχεσαι να είχες πέσει στα χέρια της Σέμιραγκ».