«Ό,τι πεις, Άρχοντα Δράκοντα», ψέλλισε ο Ασμόντιαν. Έμοιαζε έτοιμος να υποκλιθεί και να φιλήσει το χέρι του Ραντ.
Για να αποφύγει το ενδεχόμενο αυτό, ο Ραντ πήγε στο κρεβάτι, που δεν είχε πια κουβέρτες, και κάθισε στο λινό σεντόνι, με τα πουπουλένια στρώματα να υποχωρούν καθώς περιεργαζόταν το δόρυ. Θα ήταν καλή ιδέα να το κρατούσε για ενθύμιο, αν όχι για σκήπτρο. Ακόμα και με όλα τα άλλα να υπάρχουν ταυτόχρονα, δεν έπρεπε να ξεχνά τους Σωντσάν. Εκείνες οι νταμέην. Αν δεν ήταν η Αβιέντα για να τις μπλοκάρει από την Πηγή...
«Προσπάθησες να μου δείξεις πώς να θωρακίσω μια γυναίκα και απέτυχες. Προσπάθησε να μου δείξεις πώς να αποφεύγω ροές, τις οποίες δεν μπορώ να δω, πώς να τις αντιμετωπίζω». Κάποτε η Λανφίαρ είχε κόψει την ύφανσή του εύκολα, σαν να κρατούσε μαχαίρι.
«Δεν είναι εύκολο, Άρχοντα Δράκοντα, χωρίς γυναίκα, πάνω στην οποία να εξασκείσαι».
«Έχουμε δύο ώρες», είπε ψυχρά ο Ραντ, αφήνοντας την θωράκιση του άλλου να διαλυθεί. «Δοκίμασε. Βάλε τα δυνατά σου».
33
Ζήτημα Πορφύρας
Το μαχαίρι χάιδεψε τα μαλλιά της Νυνάβε, καθώς καρφωνόταν στο σανίδι που ακουμπούσε, κι αυτή έκανε ένα μορφασμό πίσω από το πανί που έδενε τα μάτια της. Ευχήθηκε να είχε μια αξιοπρεπή πλεξούδα αντί για μπούκλες να κρέμονται στους ώμους της. Αν η λεπίδα της είχε κόψει έστω και μια τούφα... Ανόητη, σκέφτηκε πικρά. Ανόητη, ανόητη γυναίκα. Με το μαντήλι διπλωμένο στα μάτια της, μόλις που έβλεπε μια στενή φωτεινή λωρίδα στο κάτω μέρος. Έμοιαζε ολόλαμπρη, σε σύγκριση με το σκοτάδι πίσω από τις χοντρές πτυχές. Θα πρέπει να είχε αρκετό φως ακόμα, έστω κι αν ήταν περασμένο απόγευμα. Σίγουρα ο άνθρωπος δεν θα πετούσε μαχαίρια αν δεν έβλεπε καλά. Η επόμενη λεπίδα καρφώθηκε από την άλλη μεριά του κεφαλιού της· την ένιωσε να δονείται. Της φάνηκε ότι της είχε σχεδόν αγγίξει το αυτί. Ήθελε να σκοτώσει τον Θομ Μέριλιν και τον Βάλαν Λούκα. Και ίσως όσους άνδρες έβρισκε μπροστά της, έτσι για λόγους αρχής.
«Τα αχλάδια», φώναξε ο Λούκα, λες και δεν ήταν μόνο τριάντα βήματα πιο πέρα. Σίγουρα νόμιζε ότι με το μαντήλι ήταν και κουφή εκτός από τυφλή.
Έψαξε στο πουγκί της ζώνης της, έβγαλε ένα αχλάδι και το ισορρόπησε προσεκτικά στο κεφάλι της. Ήταν όντως τυφλή. Τυφλή και ηλίθια! Έβγαλε δύο ακόμα αχλάδια και άπλωσε προσεκτικά τα χέρια δεξιά κι αριστερά ανάμεσα στα μαχαίρια που σχημάτιζαν το περίγραμμά της, κρατώντας ένα αχλάδι σε κάθε χέρι από το κοτσάνι. Ακολούθησε μια παύση. Άνοιξε το στόμα για να πει στο Θομ Μέριλιν ότι, αν τολμούσε έστω να τη γρατσουνίσει, θα τον―
Τακ-τακ-τακ! Οι λεπίδες ήρθαν τόσο γοργά, που θα άφηνε μια ψιλή κραυγούλα, αν το λαρύγγι της δεν είχε σφιχτεί σαν γροθιά. Στο αριστερό της χέρι κρατούσε μονάχα ένα κοτσάνι, ενώ το άλλο αχλάδι έτρεμε αμυδρά με το μαχαίρι μέσα του, και το αχλάδι στο κεφάλι της έχυνε ζουμιά στα μαλλιά της.
Έβγαλε απότομα το μαντήλι και πλησίασε με φουριόζικες δρασκελιές το Θομ και το Λούκα, που χαμογελούσαν σαν μανιακοί. Προτού ανοίξει το στόμα για να ξεχυθούν τα λόγια που έβραζαν μέσα της, ο Λούκα είπε με θαυμασμό, «Είσαι εξαίσια, Νάνα. Η γενναιότητά σου είναι υπέροχη, αλλά εσύ ακόμα περισσότερο». Στροβίλισε το γελοίο κόκκινο μεταξωτό μανδύα του καθώς υποκλινόταν, ακουμπώντας το ένα χέρι στην καρδιά «Αυτό θα το ονομάσω “Τριαντάφυλλο ανάμεσα σε Αγκάθια”. Αν και είσαι ομορφότερη από κάθε τριαντάφυλλο».
«Δεν χρειάζεται γενναιότητα για να σταθείς ακίνητος σαν κούτσουρο». Τριαντάφυλλο ήταν; Θα του έδειχνε αγκάθια. Θα τα έδειχνε και στους δύο. «Για άκουσέ με καλά, Βάλαν Λούκα―»
«Τόση γενναιότητα. Ούτε που μόρφασες. Σου λέω, εγώ δεν θα είχα τα κότσια να κάνω αυτό που έκανες».
Αυτό ήταν η καθαρή αλήθεια, σκέφτηκε η Νυνάβε. «Δεν είμαι πιο γενναία απ’ όσο πρέπει», είπε με πιο ήπιο τόνο. Ήταν δύσκολο να βάλεις τις φωνές σ’ έναν άνδρα που επέμενε να σου πει πόσο γενναία ήσουν. Σίγουρα ήταν προτιμότερο από το να φλυαρεί για τριαντάφυλλα. Ο Θομ έσιαξε το μακρύ λευκό μουστάκι του σαν να έβλεπε κάτι αστείο.
«Το φόρεμα», είπε ο Λούκα, μ’ ένα χαμόγελο που φανέρωνε όλα τα δόντια του. «Θα δείχνεις υπέροχη σε―»
«Όχι!» ξέσπασε αυτή. Ό,τι είχε κερδίσει ο Λούκα, το είχε χάσει αναφέροντας ξανά το φόρεμα. Η Κλαρίν είχε φτιάξει το φόρεμα που ήθελε να της φορέσει ο Λούκα, από μετάξι που ήταν πιο πορφυρό κι από το μανδύα του. Κατά τη γνώμη της, το χρώμα είχε σκοπό να κρύψει το αίμα σε περίπτωση που αστοχούσε ο Θομ.
«Μα, Νάνα, η ομορφιά στον κίνδυνο είναι ισχυρός πόλος έλξης». Η φωνή του Λούκα γουργούριζε, σαν να ψιθύριζε γλυκόλογα στο αυτί της. «Όλα τα βλέμματα θα είναι πάνω σου, όλες οι καρδιές θα βροντοχτυπούν για την ομορφιά και το κουράγιο σου».