Выбрать главу

«Άμα σου αρέσει τόσο», του είπε σταθερά, «τότε φόρα το εσύ». Δεν ήταν μόνο το χρώμα ― δεν ήθελε να δείξει τόσο πολύ το στήθος της δημοσίως, κι ας το έβρισκε πρέπον η Κλαρίν. Είχε δει το φόρεμα με το οποίο έδινε παράσταση η Λατέλ, που ήταν όλο μαύρες πούλιες με γιακά που έφτανε ψηλά ως το σαγόνι. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να το... Μα τι σκεφτόταν τώρα; Δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να το κάνει αυτό. Είχε συμφωνήσει να κάνουν εξάσκηση μόνο και μόνο για να σταματήσει ο Λούκα να ξύνει την πόρτα της άμαξάς της κάθε βράδυ που ερχόταν να την πείσει.

Ο άνθρωπος ήξερε καλά πότε έπρεπε να αλλάξει θέμα. «Τι έπαθες εδώ;» τη ρώτησε, με συμπονετικό, επιδέξιο ύφος.

Εκείνη μόρφασε όταν της άγγιξε το μαυρισμένο μάτι. Ήταν από την κακή του τύχη που είχε διαλέξει εκείνο το μάτι. Καλύτερα θα ήταν αν συνέχιζε τις προσπάθειες να τη στριμώξει σε κείνο το κόκκινο φόρεμα. «Δεν μου άρεσε ο τρόπος που με κοίταζε στον καθρέφτη το πρωί, έτσι το δάγκωσα».

Η ανέκφραστη φωνή και τα γυμνωμένα δόντια της έκαναν τον Λούκα να τραβήξει απότομα το χέρι. Κρίνοντας από την επιφυλακτική λάμψη στα μαύρα μάτια του, ο Λούκα νόμιζε ότι θα τον δάγκωνε κι αυτόν. Ο Θομ χάιδευε με γοργές κινήσεις τα μουστάκια του, έχοντας κοκκινίσει από την προσπάθεια να κρατήσει τα γέλια του. Ήξερε φυσικά τι είχε συμβεί. Σίγουρα ήξερε. Και μόλις έφευγε η Νυνάβε, ο βάρδος χωρίς αμφιβολία θα εξιστορούσε από τη δική του σκοπιά τα γεγονότα στον Λούκα. Οι άνδρες δεν μπορούσαν να μην κουτσομπολέψουν· το είχαν από γεννησιμιού τους, και δεν τους το γιάτρευε καμία γυναίκα.

Είχε λιγότερο φως απ’ όσο νόμιζε η Νυνάβε. Ο ήλιος άγγιζε κατακόκκινος τις δενδροκορφές προς τα δυτικά. «Αν το ξαναδοκιμάσεις χωρίς να έχει καλό φως...» μούγκρισε του Θομ, κουνώντας του τη γροθιά της. «Σουρούπωσε πια!»

«Φαντάζομαι», είπε εκείνος, υψώνοντας τα φουντωτά φρύδια του, «ότι προτιμάς να μην συνεχίσουμε με το νούμερο που εγώ έχω δεμένα τα μάτια». Φυσικά αστειευόταν. Σίγουρα αστειευόταν. «Όπως επιθυμείς, Νάνα, Από δω και πέρα, μόνο στο πιο τέλειο φως».

Καθώς απομακρυνόταν, με τις φούστες να σέρνονται θροΐζοντας δυνατά, μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι είχε συμφωνήσει να κάνει αυτή τη χαζομάρα. Τουλάχιστον έτσι είχε αφήσει να εννοηθεί. Σίγουρα δεν θα την άφηναν να ξεγλιστρήσει, όσο σίγουρο ήταν ότι ο ήλιος θα έδυε απόψε. Ανόητη γυναίκα, ανόητη!

Το ξέφωτο όπου εξασκούνταν —για την ακρίβεια όπου έκανε εξάσκηση ο Θομ, που να καιγόταν τόσο αυτός όσο και ο Λούκα!― ήταν σε κάποια απόσταση από την κατασκήνωση, πλάι στο δρόμο προς το βορρά. Το δίχως άλλο ο Λούκα δεν ήθελε να αναστατωθούν τα ζώα σε περίπτωση που ο Θομ της κάρφωνε κανένα μαχαίρι στην καρδιά. Μπορεί και να έδινε το πτώμα της στα λιοντάρια. Ο μόνος λόγος που ήθελε ο Λούκα να φορέσει η Νυνάβε αυτό το φόρεμα, ήταν επειδή ήθελε να χαζέψει αυτό που εκείνη δεν είχε την παραμικρή διάθεση να δείξει σε άλλον εκτός από τον Λαν ― που να καιγόταν κι αυτός, ο ξεροκέφαλος, ο ανόητος. Ευχόταν να τον είχε μπροστά της για να του το πει κατάμουτρα. Ευχόταν να τον είχε μπροστά της για να βεβαιωθεί ότι ήταν γερός. Έσπασε ένα ξερό ντογκφένελ και το κατέβαζε σαν μαστίγιο για να κόψει τις κορφές των αγριόχορτων που ξεπρόβαλλαν από τα φύλλα στο χώμα.

Η Ηλαίην την περασμένη νύχτα είχε πει ότι η Εγκουέν είχε κάνει λόγο για μάχες στην Καιρχίν, αψιμαχίες με άτακτους, με Καιρχινούς οι οποίοι έβλεπαν όλους τους Αελίτες ως εχθρούς, με Αντορινούς στρατιώτες που διεκδικούσαν το Θρόνο του Ήλιου για τη Μοργκέις. Είχε αναμιχθεί και ο Λαν· όποτε η Μουαραίν τον έχανε από τα μάτια της, αυτός πήγαινε κι έμπλεκε στις συγκρούσεις, λες και μπορούσε να νιώσει πού θα γινόταν. Η Νυνάβε δεν είχε φανταστεί ποτέ της ότι θα ήθελε να του έχει σφιγμένα τα λουριά η Άες Σεντάι.

Το πρωί νωρίτερα η Ηλαίην ήταν ακόμα ταραγμένη που υπήρχαν στρατιώτες της μητέρας της στην Καιρχίν και πολεμούσαν με τους Αελίτες του Ραντ, αλλά αυτό που ανησυχούσε τη Νυνάβε ήταν οι άτακτοι. Σύμφωνα με την Εγκουέν, αν κάποιος αναγνώριζε κλεμμένη ιδιοκτησία στην κατοχή κάποιου ατάκτου, αν ο οποιοσδήποτε ορκιζόταν ότι είχε δει άτακτο να σκοτώνει ή να καίει έστω κι έναν αχυρώνα, ο Ραντ κρεμούσε τον κατηγορούμενο. Δεν έσφιγγε το σκοινί με τα ίδια του τα χέρια, αλλά ήταν το ίδιο πράγμα, και η Εγκουέν είχε πει ότι ο Ραντ παρακολουθούσε όλες τις εκτελέσεις με πρόσωπο ψυχρό και σκληρό σαν τα βουνά. Αυτά δεν ταίριαζαν στον Ραντ. Ήταν ευγενικό αγόρι. Αυτά που του είχαν συμβεί στην Ερημιά τον είχαν κάνει να χειροτερέψει.

Εν πάση περιπτώσει, ο Ραντ ήταν μακριά, και τα δικά της προβλήματα —τα δικά της και της Ηλαίην― αργούσαν να βρουν λύση. Ο ποταμός Έλνταρ βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη από ένα μίλι προς το βορρά και τον καβαλούσε μια επιβλητική πέτρινη γέφυρα στημένη σε μεγάλα μεταλλικά στηρίγματα που γυάλιζαν δίχως κόκκο σκόνης. Σίγουρα ήταν απομεινάρια παλαιότερων καιρών, ίσως κάποιας προηγούμενης Εποχής. Η Νυνάβε την είχε πλησιάσει το καταμεσήμερο, αφότου είχαν φτάσει, αλλά δεν υπήρχε μεγάλο πλοίο στο ποτάμι. Υπήρχαν βαρκούλες, μικρές ψαρόβαρκες που έκαναν τη δουλειά τους ανάμεσα στις καλαμιές στις όχθες, μερικά παράξενα στενά πλεούμενα που έσχιζαν το νερό με άνδρες που κωπηλατούσαν γονατιστοί, ακόμα και ένα τετράγωνο σλέπι που έμοιαζε αγκυροβολημένο στη λάσπη —υπήρχε πολλή λάσπη και στις δύο όχθες, αν και μέρος της ήταν ξεραμένο και σκασμένο, κάτι όχι παράξενο, μιας και η ζέστη ήταν ασυνήθιστη για την εποχή― αλλά τίποτα που θα μπορούσε να τις μεταφέρει γρήγορα πιο κάτω στο ποτάμι όπως ήθελε. Αν και βέβαια ακόμα δεν ήξερε πού έπρεπε να πάνε.