Όσο κι αν έστυβε το μυαλό της, δεν θυμόταν το όνομα της πόλης όπου υποτίθεται πως βρίσκονταν οι Γαλάζιες αδελφές. Μαστίγωσε με δύναμη ένα σκορποκέφαλο, κι αυτό έσκασε και άφησε μικρά λευκά πούπουλα που έπεσαν απαλά στο χώμα. Μπορεί και να μην βρίσκονταν πια εκεί, αν ήταν ποτέ. Αλλά ήταν το μόνο ίχνος που είχαν για κάποιο ασφαλές μέρος εκτός του Δακρύου. Μακάρι να το θυμόταν.
Το μόνο καλό σ’ όλο το ταξίδι προς το βορρά ήταν ότι η Ηλαίην είχε πάψει να φλερτάρει με τον Θομ. Δεν είχε υπάρξει το παραμικρό συμβάν από τότε που είχαν μπει στην ομάδα των διασκεδαστών. Ή μάλλον, θα ήταν καλό, αν η Ηλαίην δεν είχε αποφασίσει να προσποιηθεί ότι δεν είχε συμβεί ποτέ τίποτα. Χθες η Νυνάβε την είχε συγχαρεί που είχε ξαναβρεί τα λογικά της, και η Ηλαίην είχε απαντήσει ψυχρά, Θες να δεις αν θα μπω ανάμεσα σε σένα και τον Θομ, Νυνάβε; Παραείναι μεγάλος για σένα, και νόμιζα ότι για άλλον έτρεφες αισθήματα, αλλά είσαι μεγάλη γυναίκα και μπορείς να αποφασίζεις μόνη σου. Εγώ συμπαθώ τον Θομ, όπως, νομίζω, κι αυτός εμένα. Τον βλέπω σαν δεύτερο πατέρα μου. Αν θέλεις να φλερτάρεις μαζί του, έχεις την άδειά μου. Αλλά στ’ αλήθεια νόμιζα ότι δεν είσαι τόσο άστατη.
Ο Λούκα ήθελε να περάσουν το ποτάμι το πρωί, και η Σαμάρα, η πόλη που βρισκόταν στην αντίπερα όχθη, στην Γκεάλνταν, δεν ήταν κατάλληλη πόλη γι’ αυτούς. Ο Λούκα είχε περάσει στη Σαμάρα σχεδόν όλη τη μέρα μετά την άφιξή τους, για να βρει μέρος για την παράστασή του. Το μόνο που τον ανησυχούσε ήταν μήπως είχαν φτάσει εκεί άλλα θηριοτροφεία πριν απ’ αυτούς, και το δικό τους δεν ήταν το μοναδικό που είχε κι άλλα θεάματα εκτός από ζώα. Γι’ αυτό επέμενε όλο και περισσότερο να κάνουν ο Θομ και η Νυνάβε το νούμερο με τα μαχαίρια. Ήταν τυχερή που δεν της είχε ζητήσει να το κάνει υψοπερπατώντας μαζί με την Ηλαίην. Ο άνθρωπος νόμιζε ότι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να κάνει την πιο μεγάλη και πιο εντυπωσιακή παράσταση απ’ όλους. Για τη Νυνάβε προσωπικά, το ανησυχητικό ήταν ότι στη Σαμάρα βρισκόταν ο Προφήτης, με τους οπαδούς του να πνίγουν την πόλη και να ξεχειλίζουν απ’ έξω σε σκηνές, καλύβες και παράγκες ολόγυρά της, σαν πόλη που κατάπινε τη Σαμάρα, που και η ίδια δεν ήταν διόλου μικρή σε μέγεθος. Είχε ψηλό πέτρινο τείχος, τα πιο πολλά κτήρια ήταν από πέτρα κι αυτά —μάλιστα αρκετά ήταν διώροφα― και υπήρχαν περισσότερες στέγες με κεραμίδια ή λιθοκέραμα παρά από καλάμια.
Η εδώ όχθη του Έλνταρ δεν ήταν καλύτερη. Είχαν περάσει τρία πρόχειρα στρατόπεδα Λευκομανδιτών προτού φτάσουν στο σημείο που είχαν στήσει την κατασκήνωσή τους· υπήρχαν εκατοντάδες λευκές σκηνές σε ίσιες σειρές, και σίγουρα υπήρχαν κι άλλα τα οποία δεν είχαν δει. Οι Λευκομανδίτες στην από δω μεριά του ποταμού, ο Προφήτης και ίσως επικείμενες ταραχές στην από κει, και η Νυνάβε δεν είχε ιδέα πού να πάνε, ούτε τρόπο να πάνε εκεί, παρά μόνο με μια αργή άμαξα που προχωρούσε πιο αργά απ’ όσο αν πήγαιναν περπατώντας. Μακάρι να μην την είχε πείσει η Ηλαίην να εγκαταλείψουν την επίσημη άμαξά τους. Μη βλέποντας να υπάρχει κανένα αγριόχορτο κοντά της για να το κόψει δίχως να βγει από το δρόμο της, έσπασε το ντογκφένελ στη μέση, το ξανάσπασε, ώσπου τα κομμάτια ήταν κοντύτερα από το χέρι της, και τα πέταξε στο χώμα. Μακάρι να μπορούσε να κάνει το ίδιο με τον Λούκα. Και με τον Γκάλαντ Ντέημοντρεντ, που τις είχε αναγκάσει να το βάλουν στα πόδια και να φτάσουν ως εδώ. Και τον αλ’Λάν Μαντράγκοραν, που δεν ήταν εδώ. Όχι ότι τον χρειαζόταν, φυσικά. Αλλά η παρουσία του θα ήταν μια... παρηγοριά.
Η κατασκήνωση ήταν ήσυχη, ενώ μαγείρευαν το βραδινό σε μικρές φωτιές πλάι στις άμαξες. Ο Πέτρα τάιζε το λιοντάρι με τη μαύρη χαίτη, περνώντας πελώρια κομμάτια κρέατος από τα κάγκελα με ένα ραβδί. Οι λιονταρίνες είχαν ήδη ξαπλώσει η μια δίπλα στην άλλη συντροφικά τρώγοντας το δικό τους βραδινό, αφήνοντας πού και πού κανένα βρυχηθμό αν κάποιος πλησίαζε συχνά το κλουβί τους. Η Νυνάβε στάθηκε κοντά στην άμαξα της Αλούντρα· η Φωτοδότρια δούλευε με ένα ξύλινο γουδί πάνω σ’ ένα τραπεζάκι που ξεδιπλωνόταν από το πλαϊνό της άμαξάς της, μουρμουρίζοντας γι’ αυτό που κατασκεύαζε. Τρεις από τους Τσαβάνα χαμογέλασαν γοητευτικά στη Νυνάβε, κάνοντας της νόημα να κάτσει μαζί τους. Ο Μπρου, που ακόμα την κοίταζε άγρια, δεν ήταν ανάμεσά τους, παρ’ όλο που του είχε δώσει μια αλοιφή για να υποχωρήσει το πρήξιμο. Ίσως, αν χτυπούσε εξίσου δυνατά και τους υπόλοιπους, θα άκουγαν τον Λούκα —και, το σημαντικότερο, θα άκουγαν και την ίδια!― και θα καταλάβαιναν ότι δεν ήθελε τα χαμόγελά τους. Κρίμα που ο αφέντης Βάλαν Λούκα δεν ακολουθούσε ο ίδιος τις οδηγίες του. Η Λατέλ που ήταν στο κλουβί της αρκούδας γύρισε και της έστειλε ένα μαζεμένο χαμογελάκι· μάλλον με ξινή γκριμάτσα έμοιαζε. Κυρίως, όμως, η Νυνάβε κοίταζε τη Σεράντιν, που λίμαρε τα χοντρά νύχια στα πόδια του πελώριου γκρίζου σ’ρέντιτ, με ένα εργαλείο που έμοιαζε φτιαγμένο για να λιμάρει μέταλλο.