Выбрать главу

«Αυτή εκεί», είπε η Αλούντρα, «χρησιμοποιεί τα χέρια και τα πόδια της με αξιοσημείωτη επιδεξιότητα, δεν συμφωνείς; Μην με αγριοκοιτάζεις, Νάνα», πρόσθεσε, χτυπώντας τα χέρια για να τινάξει τη σκόνη. «Δεν είμαι εχθρός σου. Να. Πρέπει να δοκιμάσεις αυτά τα καινούρια φλογόραβδα».

Η Νυνάβε πήρε επιφυλακτικά το ξύλινο κουτί από τη μελαχρινή γυναίκα. Ήταν ένας κύβος που χωρούσε στο ένα χέρι, αλλά αυτή τον έπιασε και με τα δύο. «Νόμιζα ότι τα έλεγες κρουστήρες».

«Ίσως ναι, ίσως όχι. Το “φλογόραβδο” λέει ότι είναι καλύτερα από το “κρουστήρας”, σωστά; Λείανα τις τρυπούλες που κρατάνε τα ραβδάκια, έτσι ώστε να μην μπορούν πια να αναφλεγούν πάνω στο ξύλο. Καλή ιδέα, σωστά; Και τα κεφάλια είναι καινούρια φόρμουλα. Θα τα δοκιμάσεις να μου πεις τη γνώμη σου;»

«Ναι, φυσικά. Σ’ ευχαριστώ».

Η Νυνάβε βιάστηκε να συνεχίσει προτού η Φωτοδότρια της φόρτωνε κι άλλο κουτί. Το πρώτο το κρατούσε σαν να ήταν έτοιμο να εκραγεί, κάτι που, απ’ όσο ήξερε, δεν αποκλειόταν. Η Αλούντρα είχε βάλει τους πάντες να δοκιμάζουν τους κρουστήρες της, τα φλογόραβδα, όπως κι αν αποφάσιζε να τα πει την άλλη φορά. Πάντως, μπορούσαν ν’ ανάψουν μια φωτιά ή μια λάμπα. Επίσης άναβαν όταν τα γαλαζόγκριζα κεφάλια τους τρίβονταν το ένα στο άλλο ή σε κάτι τραχύ. Η ίδια προσωπικά θα συνέχιζε να χρησιμοποιεί τσακμακόπετρα και ατσάλι, ή καρβουνάκι φυλαγμένο προσεκτικά σ’ ένα κουτί με άμμο. Αυτά ήταν κατά πολύ ασφαλέστερα.

Ο Τζούιλιν την πρόφτασε προτού πατήσει τα σκαλιά της άμαξας που η Νυνάβε μοιραζόταν με την Ηλαίην, και το βλέμμα του πήγε αμέσως στο πρησμένο μάτι της. Αυτή τον αγριοκοίταξε τόσο έντονα, που εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω κι έβγαλε το γελοίο κωνικό καπέλο από το κεφάλι του. «Ήμουν στην αντίπερα όχθη», είπε. «Υπάρχουν καμιά εκατοστή Λευκομανδίτες στη Σαμάρα. Απλώς παρακολουθούν, ενώ παρακολουθούνται και οι ίδιοι εξίσου προσεκτικά από Γκεαλντινούς στρατιώτες. Έναν όμως τον αναγνώρισα. Τον νεαρό που καθόταν απέναντι από το Φως της Αλήθειας στη Σιέντα»

Εκείνη του χαμογέλασε, κι αυτός έκανε άλλο ένα βιαστικό βήμα πίσω, κοιτώντας την επιφυλακτικά. Ο Γκάλαντ στη Σαμάρα, Αυτό τους έλειπε τώρα. «Πάντα μου φέρνεις τέτοια ωραία νέα, Τζούιλιν. Έπρεπε να σε είχαμε αφήσει στο Τάντσικο, ή, ακόμα καλύτερα, στο μόλο του Δακρύου». Δεν ήταν δίκαιο αυτό. Καλύτερα να της έλεγε για τον Γκάλαντ, παρά να τον αντάμωνε σε μια γωνία εκεί που θα περπατούσε. «Σ’ ευχαριστώ, Τζούιλιν. Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε και θα έχουμε το νου μας». Αυτός μόλις που ένευσε, μια κάθε άλλο παρά πρέπουσα απάντηση στο κόσμιο ευχαριστώ της, κι έσπευσε να φύγει, φορώντας βιαστικά το καπέλο του, σαν να περίμενε ότι η Νυνάβε θα τον χτυπούσε. Οι άνδρες δεν είχαν τρόπους.

Το εσωτερικό της άμαξας ήταν πολύ πιο καθαρό απ’ όσο όταν το είχαν αγοράσει ο Θομ και ο Τζούιλιν. Το χρώμα που ξεφλούδιζε είχε ξυστεί —οι άνδρες είχαν κάνει μουρμουρίζοντας αυτή τη δουλειά― και τα ντουλάπια και το τραπεζάκι που ήταν στερεωμένο στο πάτωμα είχαν λαδωθεί τόσο καλά που γυάλιζαν. Η μικρή πέτρινη εστία με τη μεταλλική καμινάδα δεν χρησιμοποιούταν ποτέ —οι νύχτες ήταν αρκετά ζεστές και, αν οι δύο γυναίκες άρχιζαν να μαγειρεύουν εκεί μέσα, ο Θομ και ο Τζούιλιν δεν θα ξαναμαγείρευαν όταν ερχόταν η σειρά τους― αλλά ήταν καλό μέρος για να φυλάνε τα πολύτιμα που είχαν, τα πουγκιά και τα κουτιά με τα κοσμήματα. Το δερμάτινο πουγκί με τη σφραγίδα ― αυτό το είχε στριμώξει όσο πιο βαθιά μπορούσε και δεν το είχε ξανακουμπήσει από τότε.

Η Ηλαίην, που καθόταν σε ένα από τα στενά κρεβάτι, έχωσε κάτι κάτω από τις κουβέρτες όταν μπήκε μέσα η Νυνάβε, αλλά, προτού αυτή μπορέσει να ρωτήσει τι ήταν, η Ηλαίην αναφώνησε, «Το μάτι σου! Τι έπαθες;» Θα ’πρεπε να της ξαναλούσουν τα μαλλιά με χηνοπίπερο· αμυδρές χρυσές αναλαμπές είχαν αρχίσει να ξαναφαίνονται στις ρίζες από κείνες τις μαύρες μπούκλες. Έπρεπε να το κάνουν κάθε λίγες μέρες.