Выбрать главу

«Η Σεράντιν με χτύπησε ενώ κοίταζα αλλού», μουρμούρισε η Νυνάβε. Ένιωσε αηδία, καθώς ξαναθυμόταν τη γεύση από το βρασμένο γατόχορτο και την κοπανισμένη πικρόριζα. Δεν ήταν αυτός ο λόγος που είχε αφήσει την Ηλαίην να πάει στην τελευταία συνάντηση τους στον Τελ’αράν’ριοντ. Δεν απέφευγε την Εγκουέν. Απλώς η Νυνάβε είχε κάνει τα περισσότερα ταξίδια στον Κόσμο των Ονείρων μεταξύ των συναντήσεων τους και ήταν δίκαιο να δώσει μερικές ευκαιρίες και στην Ηλαίην. Αυτό ήταν όλο.

Ακούμπησε προσεκτικά το κουτί με τα φλογόραβδα σε ένα ντουλάπι πλάι σε δύο όμοια κουτιά. Εκείνο που είχε πάρει φωτιά το είχαν πετάξει προ πολλού.

Δεν ήξερε γιατί έκρυβε την αλήθεια. Η Ηλαίην προφανώς δεν είχε βγει από την άμαξα, αλλιώς ήδη θα ήξερε. Η Ηλαίην και ο Τζούιλιν μάλλον ήταν οι μόνοι άνθρωποι στην κατασκήνωση που δεν ήξεραν, τώρα που ο Θομ σίγουρα θα είχε αποκαλύψει όλες τις αηδιαστικές λεπτομέρειες στον Λούκα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, κάθισε στο άλλο κρεβάτι και πίεσε τον εαυτό της να ανταμώσει το βλέμμα της Ηλαίην. Κάτι στη σιωπή της άλλης έλεγε ότι ήξερε ότι υπήρχαν κι άλλα.

«Να... ρώτησα την Σεράντιν για τις νταμέην και τις σουλ’ντάμ. Είμαι σίγουρη ότι ξέρει περισσότερα απ’ αυτά που λέει». Κοντοστάθηκε, για να αφήσει στην Ηλαίην περιθώριο να εκφράσει τις αμφιβολίες της, να της πει ότι δεν είχε ρωτήσει, αλλά είχε απαιτήσει να μάθει, για να της πει η Ηλαίην ότι η Σωντσάν ήδη τους είχε πει όσα ήξερε και δεν είχε πολλές επαφές με τις νταμέην και τις σουλ’ντάμ. Η Ηλαίην όμως έμεινε σιωπηλή και η Νυνάβε συνειδητοποίησε ότι έλπιζε να αναβάλει με τον καυγά τη στιγμή που θα το φανέρωνε. «Εκνευρίστηκε, επαναλαμβάνοντας ότι δεν ξέρει, έτσι την έπιασα και την ταρακούνησα. Το παρατράβηξες μαζί της. Μου κούνησε το δάχτυλο κάτω από τη μύτη μου!» Η Ηλαίην συνέχισε απλώς να την κοιτάζει, ενώ τα ασυγκίνητα γαλάζια μάτια της σχεδόν δεν βλεφάριζαν. Η Νυνάβε μόλις που κατάφερε να μην τραβήξει το βλέμμα αλλού, ενώ συνέχιζε. «Με... πέταξε, με κάποιον τρόπο, πάνω από τον ώμο της. Σηκώθηκα και τη χαστούκισα, κι εκείνη με σώριασε κάτω με τη γροθιά της. Γι’ αυτό είναι έτσι το μάτι μου». Μιας και είχε αρχίσει, θα έλεγε και τα υπόλοιπα· η Ηλαίην σύντομα θα τα μάθαινε· καλύτερα να τα άκουγε απ’ αυτήν. Θα προτιμούσε να της ξεριζωνόταν η γλώσσα. «Δεν θα το ανεχόμουν αυτό, φυσικά. Παλέψαμε λίγο ακόμα». Η ίδια δεν είχε καταφέρει πολλά πράγματα, αν και είχε αρνηθεί να τα παρατήσει. Η πικρή αλήθεια ήταν η Σεράντιν είχε σταματήσει να την αναποδογυρίζει και να της βάζει ύπουλες τρικλοποδιές, επειδή ήταν σαν ενήλικας που τα είχε βάλει με παιδί. Η Νυνάβε δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί καλύτερα από παιδί. Μακάρι να μην υπήρχαν θεατές, γιατί τότε θα είχε διαβιβάσει· το δίχως άλλο ήταν αρκετά θυμωμένη. Μακάρι να μην υπήρχαν θεατές, τελεία. Ευχήθηκε να την είχε γρονθοκοπήσει μέχρι αιμορραγίας η Σεράντιν. «Και μετά η Λατέλ της έδωσε ένα ραβδί. Ξέρεις πώς θέλει να μου το ανταποδώσει αυτή η γυναίκα». Δεν υπήρχε λόγος να πει ότι η Σεράντιν εκείνη τη στιγμή ζουλούσε το κεφάλι της Νυνάβε στο ρυμό της άμαξας. Είχε να νιώσει σαν παιχνιδάκι στα χέρια κάποιου από τότε που στα δεκάξι της είχε πετάξει μια κανάτα νερό στη Νεύσα Αγιέλιν. «Τέλος πάντων, ήρθε και μας χώρισε ο Πέτρα». Πάνω στην ώρα. Εκείνο το θηρίο τις είχε αρπάξει από το σβέρκο σαν γατάκια. «Η Σεράντιν ζήτησε συγγνώμη, κι αυτό ήταν όλο». Ήταν βεβαίως αλήθεια ότι ο Πέτρα είχε βάλει τη Σωντσάν να ζητήσει συγγνώμη, αλλά είχε βάλει και τη Νυνάβε να κάνει το ίδιο, και είχε αρνηθεί να ανοίξει την απαλή αλλά σκληρή σαν σίδερο λαβή του προτού αυτή το κάνει. Τον είχε χτυπήσει μ’ όλη της τη δύναμή, στο στομάχι του, κι αυτός ούτε που είχε παίξει τα μάτια. Το χέρι της μάλιστα είχε αρχίσει να πρήζεται. «Δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο. Φαντάζομαι ότι η Λατέλ θα σκαρώσει καμιά ιστορία να τη διαδώσει. Μ’ αυτήν έπρεπε να τα βάλω. Δεν της έδωσα το μάθημα που της άξιζε».

Ένιωσε καλύτερα λέγοντας την αλήθεια, όμως το πρόσωπο της Ηλαίην έδειχνε αμφιβολίες, και η Ηλαίην θέλησε να αλλάξει κουβέντα. «Τι κρύβεις;» Άπλωσε το χέρι και τράβηξε την κουβέρτα, αποκαλύπτοντας το ασημί α’νταμ που είχαν πάρει από την Σεράντιν. «Τι στο Φως θες και το χαζεύεις; Και γιατί το κρύβεις; Είναι ένα βρωμερό πράγμα και απορώ πώς μπορείς και το αγγίζεις, αλλά, αν θέλεις, είναι δική σου υπόθεση».

«Μην είσαι τόσο υπεροπτική», της είπε η Ηλαίην. Ένα αργό χαμόγελο ανέτειλε στο πρόσωπό της, μια λάμψη έξαψης. «Νομίζω ότι μπορώ να φτιάξω ένα».