Выбрать главу

«Να φτιάξεις!» Η Νυνάβε χαμήλωσε τη φωνή της, ελπίζοντας να μην ερχόταν κάποιος να δει ποιον σκότωναν, αλλά δεν την απάλυνε καθόλου. «Φως μου, γιατί; Φτιάξε κάνα βόθρο καλύτερα. Καμιά χωματερή. Τουλάχιστον, αυτά είναι χρήσιμα».

«Δεν εννοώ να φτιάξω στην κυριολεξία α’ντάμ». Η Ηλαίην όρθωσε το κορμί της, με το πηγούνι γερμένο με το συνηθισμένο ατάραχο τρόπο. Φαινόταν προσβεβλημένη, και γαλήνια. «Αλλά είναι ένα τερ’ανγκριάλ κι έλυσα το γρίφο της λειτουργίας του. Είδα ότι παρακολούθησες τουλάχιστον μια διάλεξη για τη σύνδεση. Το α’ντάμ συνδέει τις δύο γυναίκες· γι’ αυτό, η σουλ’ντάμ πρέπει να είναι και η ίδια γυναίκα που μπορεί να διαβιβάσει». Έσμιξε ελαφρά τα φρύδια. «Είναι όμως μια παράξενη σύνδεση. Διαφορετική. Αντί για δύο ή περισσότερες που μοιράζονται, με τη μια να καθοδηγεί, εδώ η μια αναλαμβάνει τον απόλυτο έλεγχο. Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος που η νταμέην δεν μπορεί να κάνει κάτι που δεν της το επιτρέπει η σουλ’ντάμ. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη για το λουρί. Το κολάρο και το βραχιόλι θα δούλευαν μια χαρά και χωρίς αυτό, πάλι με τον ίδιο τρόπο».

«Θα δούλευαν μια χαρά», είπε ξερά η Νυνάβε. «Έχεις μελετήσει πολύ το θέμα για κάποια που δεν σκοπεύει να φτιάξει α’ντάμ». Η άλλη δεν είχε καν την αξιοπρέπεια να κοκκινίσει. «Σε τι θα το χρησιμοποιούσες; Δεν μπορώ να πω ότι θα μου κακοφαινόταν, αν το έβαζες στο λαιμό της Ελάιντα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο αηδιασ―»

«Δεν καταλαβαίνεις;» τη διέκοψε η Ηλαίην, με το αγέρωχο ύφος να έχει χαθεί μέσα στην έξαψη και στη ζέση. Έγειρε μπροστά και άγγιξε το γόνατο της Νυνάβε, και τα μάτια της έλαμπαν, τόσο ενθουσιασμένη ήταν με τον εαυτό της. «Είναι τερ’ανγκριάλ, Νυνάβε. Και νομίζω ότι μπορώ να το κατασκευάσω». Πρόφερε κάθε λέξη αργά και μελετημένα, κι ύστερα γέλασε και συνέχισε με λόγια σαν χείμαρρο. «Αν μπορώ να φτιάξω ένα, μπορώ να φτιάξω κι άλλα. Ίσως, μάλιστα, μπορώ να φτιάξω ανγκριάλ και σα’ανγκριάλ. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, καμία στο Πύργο δεν έχει μπορέσει να κατασκευάσει!» Ορθώθηκε, ανατρίχιασε και ακούμπησε τα δάχτυλα στο στόμα της. «Ποτέ άλλοτε δεν είχα σκεφτεί να φτιάξω κάτι. Κάτι χρήσιμο δηλαδή. Θυμάμαι κάποτε που είχα δει έναν τεχνίτη, κάποιον που είχε κάνει μερικές καρέκλες για το Παλάτι. Δεν ήταν επιχρυσωμένες, ούτε περίτεχνα σκαλισμένες —προορίζονταν για την πτέρυγα των υπηρετών― αλλά έβλεπα την περηφάνια στα μάτια του. Περηφάνια γι’ αυτό που είχε φτιάξει, κάτι δεξιοτεχνικά καμωμένο. Νομίζω πως θα μου άρεσε πολύ να το νιώσω αυτό. Αχ, μακάρι να ξέραμε έστω ένα μικρό ποσοστό απ’ όσα κάνουν οι Αποδιωγμένοι. Έχουν τη γνώση της Εποχής των Θρύλων στο μυαλό τους και τη χρησιμοποιούν για να υπηρετήσουν τη Σκιά. Σκέψου τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτήν. Σκέψου τι θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε». Πήρε μια βαθιά ανάσα, άφησε τα χέρια να πέσουν στα πόδια της, με αμείωτο ενθουσιασμό. «Κι αν είναι έτσι, στοιχηματίζω ότι θα μπορούσα να ξεδιαλύνω επίσης το πώς φτιάχτηκε η Ασπρογέφυρα. Κτήρια από φυσητό γυαλί, αλλά πιο ανθεκτικά από μέταλλο. Και το κουεντιγιάρ, και―»

«Μην παίρνεις φόρα», είπε η Νυνάβε. «Η Λευκογέφυρα απέχει τουλάχιστον πεντακόσια-εξακόσια μίλια από δω και, αν νομίζεις ότι θα διαβιβάσεις στη σφραγίδα, ξέχνα το. Ποιος ξέρει τι θα μπορούσε να συμβεί; Θα μείνει στο σακίδιό της, στην εστία, μέχρι να βρούμε άλλο ασφαλές μέρος να τη βάλουμε».

Ο ζήλος της Ηλαίην ήταν παράδοξος. Η Νυνάβε δεν θα έλεγε όχι σε λίγες γνώσεις των Αποδιωγμένων —κάθε άλλο― αλλά, αν ήθελε καρέκλα, θα πλήρωνε μαραγκό. Δεν ήθελε ποτέ της να φτιάξει κάτι, πέρα από καταπλάσματα και αλοιφές. Όταν ήταν δώδεκα χρόνων, η μητέρα της είχε εγκαταλείψει τις προσπάθειες να τη μάθει να ράβει, αφότου έγινε προφανές ότι η Νυνάβε δεν ενδιαφερόταν αν το γαζί ήταν ίσιο ή στραβό. Όσο για τη μαγειρική... Πίστευε ότι ήταν καλή μαγείρισσα, αλλά το θέμα ήταν πως ήξερε τι ήταν σημαντικό. Η Θεραπεία ήταν σημαντική. Όλοι οι άνδρες θα μπορούσαν να φτιάξουν μια γέφυρα, και κατά τη γνώμη της έπρεπε αυτές τις δουλειές να τις αφήσουν στα χέρια τους.

«Με σένα από τη μια και με το α’ντάμ από την άλλη», συνέχισε, «ξέχασα να σου πω. Ο Τζούιλιν είδε τον Γκάλαντ στην άλλη όχθη του ποταμού».

«Μα το αίμα και τις στάχτες», μουρμούρισε η Ηλαίην, και, όταν η Νυνάβε την κοίταξε σηκώνοντας τα φρύδια, πρόσθεσε με σταθερή φωνή, «Δεν θέλω κήρυγμα για τη γλώσσα μου, Νυνάβε. Τι θα κάνουμε;»

«Όπως το βλέπω, μπορούμε να μείνουμε στην εδώ πλευρά του ποταμού να μας κοιτάνε οι Λευκομανδίτες και να απορούν γιατί αφήσαμε το θηριοτροφείο, μπορούμε να περάσουμε τη γέφυρα και να ευχηθούμε να μην ξεκινήσει ταραχές ο Προφήτης και να μην μας αποκηρύξει ο Γκάλαντ, μπορούμε να αγοράσουμε βάρκα, αν βρούμε, και να κατέβουμε το ποτάμι. Δεν είναι καλές επιλογές. Και ο Λούκα θα θέλει τα εκατό μάρκα του. Χρυσά». Προσπάθησε να μην μουτρώσει, αλλά το ποσό την έτσουζε. «Του το υποσχέθηκες, και φαντάζομαι πως δεν θα ήταν έντιμο να το σκάσουμε χωρίς να τον πληρώσουμε». Θα το είχε κάνει στο πι και φι, αν είχε μέρος να πάει.