«Και βέβαια δεν θα ήταν έντιμο», είπε η Ηλαίην, σοκαρισμένη. «Αλλά δεν χρειάζεται να ανησυχούμε για τον Γκάλαντ, αρκεί να μην ξεμακρύνουμε από το θηριοτροφείο. Ο Γκάλαντ δεν τα πλησιάζει. Νομίζει ότι είναι άσπλαχνο να βάζεις ζώα σε κλουβιά. Δεν τον ενοχλεί να κυνηγά, βέβαια, ή να τα τρώει, μόνο να μην είναι σε κλουβί».
Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι της. Η αλήθεια ήταν ότι η Ηλαίην θα έβρισκε τρόπο να καθυστερήσουν, έστω και για μια μέρα, ακόμα κι αν υπήρχε τρόπος να φύγουν: ήθελε πραγματικά να υψοπερπατήσει μπροστά σε άλλους ανθρώπους, όχι μόνο σε άλλους καλλιτέχνες. Όσα για την ίδια τη Νυνάβε, μάλλον κι αυτή αναγκαστικά θα δεχόταν να ι ης πετάξει ξανά μαχαίρια ο Θομ. Δεν φοράω όμως εκείνο το παλιοφόρεμα!
«Το πρώτο πλεούμενο που θα ’ρθει και θα ’ναι αρκετά μεγάλο για να χωρέσουν άλλοι τέσσερις άνθρωποι», είπε, «θα το νοικιάσουμε. Αποκλείεται να σταμάτησε όλο το εμπόριο στο ποτάμι».
«Θα βοηθούσε αν ξέραμε πού πάμε». Ο τόνος της Ηλαίην ήταν υπερβολικά τρυφερός. «Μπορούμε απλώς να πάμε προς το Δάκρυ, ξέρεις. Δεν είναι ανάγκη να μείνουμε εδώ, μόνο και μόνο επειδή εσύ...» Η φωνή της έσβησε, αλλά η Νυνάβε ήξερε τι ήταν έτοιμη να πει. Μόνο και μόνο επειδή ήταν ξεροκέφαλη. Επειδή ήταν έξω φρενών που δεν θυμόταν ένα απλό όνομα, και σκόπευε να το θυμηθεί και να πάνε εκεί ακόμα κι αν υπήρχε θανάσιμος κίνδυνος. Ε, λοιπόν, τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν αλήθεια. Η Νυνάβε σκόπευε να βρει αυτές τις Άες Σεντάι, που ενδεχομένως θα υποστήριζαν τον Ραντ, και να τις πάρει με το μέρος του, όχι να τρέχει στο Δάκρυ σαν αξιοθρήνητη προσφυγοπούλα που το σκάει για να βρει ασφάλεια.
«Θα το θυμηθώ», είπε με ήρεμο τόνο. Τελείωνε σε «μπαρ». Ή μήπως «νταρ»; «Λαρ»; Προτού βαρεθείς να επιδεικνύεσαι υψοπερπατώντας, θα το θυμηθώ. Δεν φοράω εκείνο το φόρεμα!
34
Ένα Ασημένιο Βέλος
Ήταν σειρά της Ηλαίην να μαγειρέψει εκείνο το βράδυ, κάτι που σήμαινε ότι κανένα φαγητό δεν ήταν απλό, παρά το γεγονός ότι έτρωγαν σε σκαμνιά γύρω από τη φωτιά, με τους γρύλους να τερετίζουν στο δάσος γύρω τους, και αραιά και πού κάποιο λεπτό, λυπημένο κάλεσμα νυχτοπουλιού στο πυκνό σκοτάδι. Η σούπα σερβιρίστηκε κρύα και πηχτή σαν ζελέ, γαρνιρισμένη με ψιλοκομμένο πράσινο φέρις. Μόνο το Φως ήξερε πού είχε βρει φέρις και τα μικρούλικα κρεμμύδια που είχε βάλει μαζί με τα μπιζέλια. Το βοδινό ήταν κομμένο σε περιποιημένες φέτες, τόσο ψιλές που ήταν σχεδόν διαφανείς, τυλιγμένες γύρω από κάτι φτιαγμένο με καρότα, φασολάκια, πράσα και κατσικίσιο τυρί, ενώ υπήρχε ακόμα και μελόπιτα για επιδόρπιο.
Ήταν νόστιμα, αν και την Ηλαίην την είχε πιάσει αγωνία μήπως δεν ήταν όλα όπως έπρεπε να είναι, λες και νόμιζε ότι μπορούσε να επαναλάβει τη δουλειά των μαγείρων του Βασιλικού Παλατιού του Κάεμλυν. Η Νυνάβε ήταν σχεδόν σίγουρη ότι η κοπέλα δεν ψάρευε κομπλιμέντα. Πάντα απέρριπτε τα κομπλιμέντα και σου έλεγε ακριβώς τι δεν ήταν σωστό. Ο Θομ και ο Τζούιλιν μουρμούριζαν ότι το βοδινό ήταν λίγο, όμως η Νυνάβε πρόσεξε ότι όχι μόνο έφαγαν και τα τελευταία ψίχουλα, αλλά πήραν απογοητευμένο ύφος όταν φαγώθηκε και το τελευταίο μπιζέλι. Όταν μαγείρευε η Νυνάβε, για κάποιο λόγο τύχαινε πάντα να τρώνε σε κάποια άλλη άμαξα. Όταν έφτιαχνε το δείπνο ένας από τους άνδρες, ήταν πάντα βραστό ή κρέας και φασόλια με τόσο πολλές ξεραμένες πιπεριές που σου καιγόταν η γλώσσα.
Δεν έτρωγαν μόνοι, φυσικά. Φρόντιζε γι’ αυτό ο Λούκα, που έφερνε δικό του σκαμνί και το έβαζε ακριβώς δίπλα της, με τον κόκκινο μανδύα του απλωμένο όσο πιο εντυπωσιακά γινόταν και τα μακριά πόδια του τεντωμένα έτσι, ώστε να καλοφαίνονται οι μύες τους, πάνω από τις γυρισμένες μπότες του. Ερχόταν σχεδόν κάθε βράδυ. Το παράξενο ήταν ότι οι μόνες βραδιές που έλειπε ήταν όταν μαγείρευε η Νυνάβε.
Στην πραγματικότητα ήταν ενδιαφέρον να έχει το βλέμμα του πάνω της, ενώ ταυτόχρονα βρισκόταν εκεί μια γυναίκα όμορφη σαν την Ηλαίην, όμως ο άνθρωπος είχε τους λόγους του. Καθόταν υπερβολικά κοντά της —απόψε η Νυνάβε είχε μετακινήσει τρεις φορές το σκαμνί της, όμως εκείνος την είχε ακολουθήσει χωρίς να δείξει ότι το είχε προσέξει και χωρίς να διακόπτει τον ειρμό των λεγομένων του — και την παρομοίαζε εναλλάξ με διάφορα λουλούδια, με τα μπουμπούκια να χάνουν στη σύγκριση, αγνοώντας το μαύρο μάτι της, το οποίο, μόνο αν ήταν τυφλός, δεν θα είχε δει, συλλογιζόταν μεγαλόφωνα για το πόσο όμορφη θα ήταν, αν φορούσε εκείνο το κόκκινο φόρεμα, και την κομπλιμένταρε για το κουράγιο της, Δυο φορές είχε παρεμβάλει προτάσεις για να κάνουν περίπατο στο σεληνόφως, με υπαινιγμούς τόσο διακριτικούς, που η Νυνάβε δεν ήταν σίγουρη για το νόημά τους παρά μόνο ύστερα από σκέψη.