«Η εσθήτα θα αγκαλιάσει το ξεδίπλωμα της ομορφιάς σου φτάνοντας στην τελειότητα», μουρμούριζε στο αυτί της, «αλλά ωχριά μπροστά στον τρόπο που εκθέτεις τον εαυτό σου, διότι ακόμα και τα νούφαρα ντάρα που ανθίζουν τη νύχτα θα έκλαιγαν από φθόνο, αν σε έβλεπαν να βαδίζεις πλάι στα φεγγαρόλουστα νερά, όπως κι εγώ, και θα γινόμουν ραψωδός για να υμνήσω τις χάρες σου κάτω απ’ αυτό το φεγγάρι».
Εκείνη τον κοίταξε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, για να το αποκρυπτογραφήσει. Ο Λούκα έμοιαζε να πιστεύει ότι του έκανε νόημα παίζοντας τα ματόκλαδά της· τον χτύπησε κατά λάθος στα πλευρά με τον αγκώνα, προτού προλάβει να της δαγκώσει το αυτί. Τουλάχιστον αυτή έμοιαζε να είναι η πρόθεσή του, παρ’ όλο που τώρα έβηχε και ισχυριζόταν ότι είχε στραβοκαταπιεί ένα ψίχουλο μελόπιτας. Μπορεί βεβαίως να ήταν ομορφάντρας —Σταμάτα πια!― και μπορεί να είχε καλοσχηματισμένους μυς —Τι κάνεις τώρα, κοιτάζεις τα πόδια του;― αλλά την περνούσε για κατσίκα χωρίς μυαλό. Όλα τα έκανε για να στηρίξει την παλιοπαράστασή του.
Η Νυνάβε μετακίνησε το σκαμνί της, ενώ αυτός πάσχιζε να ανασάνει ξανά —δεν μπορούσε να το πάει μακριά, γιατί τότε θα γινόταν φανερό ότι τον απέφευγε― αν και στο χέρι της κρατούσε το πιρούνι έτοιμο, σε περίπτωση που την ακολουθούσε ξανά. Ο Θομ κοίταζε το πιάτο του, λες και υπήρχε κάτι παραπάνω από έναν αδιόρατο λεκέ πάνω στο λευκό σμάλτο. Ο Τζούιλιν σφύριξε κακόηχα, και σχεδόν σιωπηλά, κοιτώντας με ψεύτικο ενδιαφέρον τη φωτιά που ξεψυχούσε. Η Ηλαίην την κοίταξε και κούνησε το κεφάλι.
«Ήταν ευχάριστη η παρέα σου», είπε η Νυνάβε και σηκώθηκε. Μαζί της σηκώθηκε και ο Λούκα, με ένα βλέμμα όλο ελπίδα στα μάτια του, που η φωτιά τα έκανε να αστράφτουν. Εκείνη ακούμπησε το πιάτο της πάνω στο πιάτο που κρατούσε στο χέρι του. «Είμαι βέβαιη ότι ο Θομ και ο Τζούιλιν θα χαρούν που τους βοηθάς πλένοντας τα πιάτα». Προτού αυτός μείνει με το στόμα ανοιχτό, η Νυνάβε είχε γυρίσει προς την Ηλαίην. «Είναι αργά, και φαντάζομαι ότι θα περάσουμε νωρίς το ποτάμι».
«Φυσικά», μουρμούρισε η Ηλαίην, με μόνο ένα αμυδρό χαμογελάκι, Και ακούμπησε το πιάτο της πάνω στο πιάτο της Νυνάβε προτού την ακολουθήσει στην άμαξα. Της Νυνάβε της ήρθε να την αγκαλιάσει. Μέχρι τη στιγμή που η Ηλαίην είπε, «Ειλικρινά, κακώς τον ενθαρρύνεις». Οι λάμπες που ήταν κρεμασμένες στους τοίχους, ξαφνικά άναψαν.
Η Νυνάβε έβαλε τα χέρια στους γοφούς της. «Τι τον ενθαρρύνω! Ο μόνος τρόπος για να τον ενθαρρύνω λιγότερο θα ήταν αν τον μαχαίρωνα!» Ρούφηξε τη μύτη για να τονίσει τα λόγια της, και κοίταξε τις λάμπες σμίγοντας τα φρύδια. «Την άλλη φορά, χρησιμοποίησε τα φλογόραβδα της Αλούντρα. Τους κρουστήρες. Κάποια μέρα θα ξεχαστείς και θα διαβιβάσεις σε λάθος στιγμή, και τι θα κάνουμε τότε; Θα τρέχουμε να σωθούμε με εκατό Λευκομανδίτες καταπόδι;»
Η άλλη, ξεροκέφαλη μέχρι κεραίας, δεν παρασύρθηκε. «Μπορεί να είμαι νεότερη από σένα, αλλά μερικές φορές νομίζω ότι ξέρω περισσότερα για τους άνδρες απ’ όσα θα μάθεις ποτέ σου. Για έναν άνδρα σαν τον Βάλαν Λούκα, με τη ναζιάρικη αναχώρηση σου απόψε ήταν σαν να του ζητούσες να σε καταδιώξει. Αν τον έπαιρνες από τα μούτρα όπως είχες κάνει την πρώτη μέρα, μπορεί να τα παρατούσε. Εσύ δεν του λες να σταματήσει, δεν του το ζητάς καν! Όλο του χαμογελάς, Νυνάβε. Τι λες να σκεφτεί; Δεν έχεις χαμογελάσει σε κανέναν εδώ και μέρες!»
«Προσπαθώ να συγκρατήσω τα νεύρα μου», μουρμούρισε η Νυνάβε, Όλοι παραπονούνταν για τα νεύρα της και τώρα, που προσπαθούσε να κρατηθεί, η Ηλαίην παραπονιόταν! Όχι ότι ήταν ανόητη και θα την ξεγελούσαν τα κομπλιμέντα του. Σίγουρα δεν ήταν τόσο ανόητη. Η Ηλαίην γέλασε μαζί της, κι εκείνη μούτρωσε.
«Αχ, Νυνάβε. “Δεν μπορείς να εμποδίσεις τον ήλιο να ανατείλει”. Λες και τα ’λεγε για σένα η Λίνι».
Η Νυνάβε με κόπο πήρε γαλήνια έκφραση. Μπορούσε μια χαρά να συγκρατήσει τα νεύρα της. Δεν το απέδειξα μόλις τώρα εκεί έξω; Άπλωσε το χέρι της. «Δώσε μου το δαχτυλίδι. Αυτός θα θέλει να περάσει νωρίς το ποτάμι αύριο, κι εγώ θέλω τουλάχιστον λίγο πραγματικό ύπνο αφού τελειώσω».
«Νόμιζα ότι θα πάω εγώ απόψε». Η φωνή της Ηλαίην έδειχνε ανησυχία. «Νυνάβε, μπαίνεις στον Τελ’αράν’ριοντ σχεδόν κάθε νύχτα, εκτός απ’ όταν έχουμε συνάντηση με την Εγκουέν. Α, κι ήθελα να σου πω ότι η Μπάιρ ετοιμάζεται να σου τα ψάλει. Αναγκάστηκα να πω το λόγο που έλειπες πάλι, και αυτή είπε ότι δεν θα έπρεπε να χρειάζεσαι ανάπαυση όσο συχνά κι αν μπαίνεις, εκτός αν κάνεις κάτι λάθος». Την ανησυχία διαδέχθηκε η αποφασιστικότητα, και η Ηλαίην στήριξε κι αυτή τα χέρια στους γοφούς της. «Αναγκάστηκα να ακούσω το κήρυγμα που προοριζόταν για σένα, και δεν ήταν καθόλου ευχάριστο, άσε που είχα και την Εγκουέν από πάνω να νεύει το κεφάλι με κάθε λέξη. Στ’ αλήθεια πιστεύω ότι απόψε θα πρέπει να―»