Выбрать главу

«Σε παρακαλώ, Ηλαίην». Η Νυνάβε δεν κατέβασε το απλωμένο χέρι της. «Έχω να κάνω ερωτήσεις στην Μπιργκίτε, και οι απαντήσεις της ίσως με κάνουν να σκεφτώ κι άλλες». Κατά έναν τρόπο, έτσι ήταν: πάντα μπορούσε να σκεφτεί κι άλλες ερωτήσεις για την Μπιργκίτε. Δεν σήμαινε ότι απέφευγε την Εγκουέν ή τις Σοφές. Αν επισκεπτόταν τόσο συχνά τον Τελ’αράν’ριοντ, ώστε πάντα κατέληγε να πάει η Ηλαίην στις συναντήσεις με την Εγκουέν, ήταν απλώς ζήτημα τύχης.

Η Ηλαίην αναστέναξε, αλλά τράβηξε το συστρεμμένο πέτρινο δαχτυλίδι από τον κόρφο της. «Ξαναρώτα την, Νυνάβε. Μου είναι δύσκολο να αντικρίσω την Εγκουέν. Είδε την Μπιργκίτε. Δεν λέει τίποτα, αλλά με κοιτάζει με νόημα. Είναι χειρότερο όταν ξανασυναντιόμαστε αφού έχουν φύγει οι Σοφές. Τότε θα μπορούσε να με ρωτήσει, αλλά δεν το κάνει, κι αυτό είναι χειρότερο». Κοίταξε συνοφρυωμένη τη Νυνάβε που έβαζε το μικρό τερ’ανγκριάλ στο δερμάτινο κορδόνι στο λαιμό της, πλάι στο βαρύ δαχτυλίδι του Λαν και στο δικό της δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό. «Γιατί νομίζεις ότι δεν έρχεται ποτέ καμία Σοφή μαζί της τότε; Μπορεί να μην μαθαίνουμε πολλά από το γραφείο της Ελάιντα, αλλά θα φανταζόσουν ότι θα ήθελαν να δουν τον Πύργο. Η Εγκουέν δεν θέλει καν να μιλά γι’ αυτό μπροστά τους. Αν κάνω ότι αναφέρω κάτι σχετικό, μου ρίχνει μια ματιά που είναι σαν να θέλει να με χτυπήσει».

«Νομίζω ότι θέλουν να αποφεύγουν όσο το δυνατόν περισσότερο τον Πύργο». Και ήταν σοφό εκ μέρους τους. Αν δεν υπήρχε το ζήτημα της Θεραπείας, θα τον απέφευγε και η ίδια, όπως θα απέφευγε και τις Άες Σεντάι. Δεν ήθελε να γίνει Άες Σεντάι· απλώς έλπιζε να μάθει κι άλλα για τη Θεραπεία. Και να βοηθήσει τον Ραντ, φυσικά. «Είναι ελεύθερες γυναίκες, Ηλαίην. Ακόμα κι αν ο Πύργος δεν ήταν στα χάλια που είναι τώρα, λες να ήθελαν τις Άες Σεντάι να τριγυρνάνε στην Ερημιά και να τις αρπάζουν για να τις πάνε στην Ταρ Βάλον;»

«Φαντάζομαι ότι αυτός είναι ο λόγος». Ο τόνος της Ηλαίην όμως έλεγε ότι δεν καταλάβαινε. Εκείνη θεωρούσε τον Πύργο υπέροχο, και δεν καταλάβαινε γιατί άραγε να ήθελε μια γυναίκα να αποφύγει τις Άες Σεντάι. Ήσουν σφραγισμένη στον Πύργο για πάντα, έτσι έλεγαν όταν σου έβαζαν το δαχτυλίδι στο δάχτυλο. Και το εννοούσαν. Αλλά η χαζούλα δεν το έβρισκε επαχθές.

Η Ηλαίην τη βοήθησε να ξεντυθεί, και η Νυνάβε απλώθηκε στο στενό κρεβάτι της με την καμιζόλα, αφήνοντας ένα χασμουρητό. Η μέρα ήταν ατελείωτη, και προκαλούσε έκπληξη το πόσο κουραστικό ήταν να στέκεσαι ακίνητος όταν πετούσε μαχαίρια κάποιος τον οποίο δεν έβλεπες. Διάφορες σκέψεις πλανήθηκαν στο μυαλό της όταν έκλεισε τα μάτια. Η Ηλαίην ισχυριζόταν ότι έκανε εξάσκηση όταν χαζολογούσε με τον Θομ. Όχι ότι δεν ήταν ανόητο τώρα που έπαιζαν τον στοργικό πατέρα με την αγαπημένη του κόρη. Μπορεί να έκανε και η ίδια εξάσκηση, λιγάκι, με τον Βάλαν. Μπα, αυτό κι αν ήταν ανόητο! Μπορεί τα ανδρικά βλέμματα να ήταν ταξιδιάρικα —όχι όμως του Λαν, για το καλό του!― αλλά η ίδια ήξερε από αυτοσυγκράτηση. Δεν θα φορούσε εκείνο το φόρεμα. Παραήταν βαθύ το ντεκολτέ.

Άκουσε θολά την Ηλαίην να λέει, «Μην ξεχάσεις να την ξαναρωτήσεις».

Την κατάπιε ο ύπνος.

Στεκόταν έξω από την άμαξα, μέσα στη νύχτα. Το φεγγάρι ήταν ψηλά, και τα σύννεφα που έπλεαν έριχναν σκιές στην κατασκήνωση. Οι γρύλοι τερέτιζαν και τα νυχτοπούλια άφηναν το κάλεσμά τους. Τα μάτια των λιονταριών άστραφταν καθώς την παρακολουθούσαν από τα κλουβιά τους. Οι αρκούδες με τις λευκές μουσούδες ήταν σκοτεινοί κοιμισμένοι όγκοι πίσω από σιδερένια κάγκελα. Η μακριά σειρά των πασσάλων στεκόταν μόνη· χωρίς άλογα, τα σκυλιά της Κλαρίν δεν ήταν δεμένα στα λουριά τους κάτω από την άμαξα όπου έμεναν αυτή και ο Πέτρα, και ο χώρος όπου στέκονταν τα σ’ρέντιτ στον ξυπνητό κόσμο ήταν άδειος. Είχε καταλάβει ότι μόνο τα άγρια πλάσματα είχαν είδωλα εδώ, όμως, ό,τι και να ισχυριζόταν εκείνη η Σωντσάν, ήταν δύσκολο να πιστέψεις ότι αυτά τα πελώρια γκρίζα ζώα είχαν εξημερωθεί τόσο που δεν ήταν πια αγρίμια της φύσης.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι φορούσε το φόρεμα. Κόκκινο της φωτιάς, τόσο κολλητό στους γοφούς, που ήταν αναξιοπρεπές, με τετράγωνο ντεκολτέ τόσο βαθύ, που της φάνηκε ότι θα χυνόταν απ’ έξω του. Δεν μπορούσε να φανταστεί να το φορά άλλη γυναίκα εκτός από την Μπερελαίν. Ίσως να το φορούσε για τον Λαν. Αν ήταν μόνοι τους. Τον Λαν σκεφτόταν όταν την είχε πάρει ο ύπνος. Αυτόν δεν σκεφτόμουν;

Εν πάση περιπτώσει, δεν θα άφηνε την Μπιργκίτε να τη δει μ’ αυτό το πράγμα. Η γυναίκα ισχυριζόταν ότι ήταν στρατιώτης, και όσο πιο πολύ καιρό περνούσε μαζί της η Νυνάβε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε ότι μερικές απόψεις της —και σχόλιά της― ήταν σαν των ανδρών. Και χειρότερα. Ήταν συνδυασμός της Μπερελαίν με νταή σε καπηλειό. Τα σχόλια δεν ήταν συνεχή, αλλά έρχονταν όταν η Νυνάβε ξεχνιόταν και άφηνε τις σκέψεις της να τη βάλουν σε κάτι σαν αυτό το φόρεμα. Άλλαξε και έβαλε ένα καλό γερό μάλλινο φόρεμα των Δύο Ποταμών, σκούρο, με ένα απλό σάλι, το οποίο δεν χρειαζόταν, με τα μαλλιά ευπρεπώς χτενισμένα πάλι σε πλεξούδα, και άνοιξε το στόμα για να φωνάξει την Μπιργκίτε.