Выбрать главу

«Γιατί άλλαξες;» είπε η άλλη, βγαίνοντας από τις σκιές για να γείρει στο ασημένιο τόξο της. Η περίτεχνη χρυσή πλεξούδα της κρεμόταν στον ώμο της και το φεγγαρόφωτο έλαμπε στο τόξο και στα βέλη της. «Θυμάμαι που κάποτε είχα φορέσει μια ολόιδια εσθήτα. Το έκανα μόνο και μόνο για να τραβήξω την προσοχή πάνω μου, ώστε ο Γκάινταλ να ξεγλιστρήσει κρυφά —οι φρουροί είχαν γουρλώσει τα μάτια σαν να ήταν βατράχια― αλλά είχε πλάκα. Ειδικά όταν το φόρεσα για να χορέψω αργότερα μαζί του. Πάντα μισεί το χορό, αλλά ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει άλλον άνδρα να με πλησιάσει κι έτσι χορέψαμε όλους τους χορούς». Η Μπιργκίτε γέλασε τρυφερά. «Κέρδισα πενήντα χρυσούς σόλιντους εκείνη τη βραδιά στη σβούρα, επειδή χάζευε εμένα και δεν έβλεπε τα πλακίδιά του. Τι παράξενοι οι άνδρες. Και να σκεφτείς ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε―»

«Μπορεί να είναι έτσι», είπε σεμνότυφα η Νυνάβε και τύλιξε γερά το σάλι στους ώμους της.

Προτού προλάβει να της κάνει την ερώτηση, η Μπιργκίτε είπε, «Τη βρήκα», και η ερώτηση έκανε φτερά.

«Πού; Σε είδε; Μπορείς να με πας σ’ αυτήν; Χωρίς να με δει;» Ο φόβος πετάρισε στην κοιλιά της Νυνάβε —άραγε τι θα έλεγε για το κουράγιο της ο Βάλαν Λούκα, αν την έβλεπε τώρα― όμως ήταν σίγουρη ότι θα γινόταν θυμός μόλις έβλεπε τη Μογκέντιεν. «Αν μπορέσεις να με πας κοντά της...» Η φωνή της έσβησε καθώς η Μπιργκίτε σήκωνε το χέρι.

«Δεν νομίζω να με είδε, αλλιώς αμφιβάλλω αν θα βρισκόμουν τώρα εδώ». Είχε σοβαρέψει πια· η Νυνάβε το έβρισκε ευκολότερο να είναι κοντά της όταν έδειχνε αυτή την πλευρά του στρατιώτη. «Μπορώ να σε πάω κοντά για μια στιγμή, αν θέλεις να πας, αλλά δεν είναι μόνη της. Ή τουλάχιστον... Θα δεις. Πρέπει να είσαι αθόρυβη και δεν πρέπει να τα βάλεις μαζί της. Υπάρχουν κι άλλοι Αποδιωγμένοι. Ίσως θα μπορούσες να σκοτώσεις τη Μογκέντιεν, αλλά μπορείς να σκοτώσεις πέντε απ’ αυτούς;»

Το πετάρισμα από το στομάχι της Νυνάβε απλώθηκε στο στήθος της. Και τα γόνατά της. Πέντε. Θα μπορούσε να ρωτήσει τη Μπιργκίτε τι είχε δει και τι είχε ακούσει, και να άφηνε τα υπόλοιπα. Ύστερα θα μπορούσε να ξαναγυρίσει στο κρεβάτι της και...

Η Μπιργκίτε όμως την κοίταζε. Δεν αμφισβητούσε το θάρρος της, μόνο την κοίταζε. Ήταν έτοιμη να το κάνει, αν της το έλεγε. «Θα κάνω ησυχία. Και ούτε που θα σκεφτώ να διαβιβάσω». Δεν θα διαβίβαζε με πέντε Αποδιωγμένους μαζεμένους. Όχι ότι αυτή τη στιγμή μπορούσε να διαβιβάσει έστω και μια σπίθα. Έσφιξε τα γόνατα για να μην τα πιάσει τρέμουλο. «Όποτε είσαι έτοιμη».

Η Μπιργκίτε ζύγιασε το τόξο της και ακούμπησε το μπράτσο της Νυνάβε...

...και η ανάσα της Νυνάβε σκάλωσε στο λαιμό της. Βρίσκονταν στο τίποτα, με άπειρο σκότος ολόγυρα τους, χωρίς να ξεχωρίζει το πάνω από το κάτω, και μια πτώση προς οποιαδήποτε κατεύθυνση δεν θα είχε τέλος. Ζαλισμένη, πίεσε τον εαυτό της να κοιτάξει εκεί που της έδειχνε η Μπιργκίτε.

Από κάτω τους, κι η Μογκέντιεν επίσης στεκόταν στο σκοτάδι, ντυμένη με ρούχα σχεδόν εξίσου μαύρα μ’ αυτό που την αγκάλιαζε, σκυμμένη, ακούγοντας με προσοχή. Κι άλλο τόσο πιο κάτω της, τέσσερις πελώριες καρέκλες με ψηλή ράχη, καθεμιά διαφορετική, βρίσκονταν σε ένα πλατύ δάπεδο από γυαλιστερά άσπρα πλακάκια που κρεμόταν στο αχανές μαύρο. Το παράξενο ήταν ότι η Νυνάβε άκουγε τα λόγια αυτών που κάθονταν στις καρέκλες ολοκάθαρα σαν να βρισκόταν και η ίδια ανάμεσά τους.

«...ποτέ δεν ήσουν δειλός», έλεγε μια ομορφούλα, παχουλή με ηλιόξανθα μαλλιά, «άρα γιατί να αρχίσεις τώρα;» Έμοιαζε να φορά μια ασημόγκριζη αχλύ και πετράδια που λαμπύριζαν, και καθόταν αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα από φίλντισι, λαξεμένη έτσι ώστε να μοιάζει φτιαγμένη από γυμνούς ακροβάτες. Τέσσερις σκαλισμένοι άνδρες την κρατούσαν ψηλά, και τα χέρια της αναπαύονταν στις πλάτες γονατισμένων γυναικών· δύο άνδρες και δύο γυναίκες κρατούσαν ένα λευκό μεταξωτό μαξιλαράκι πίσω από το κεφάλι της, ενώ από πάνω υπήρχαν κι άλλοι που ήταν λυγισμένοι σε σχήματα που η Νυνάβε αδυνατούσε να πιστέψει ότι μπορούσε να πάρει το ανθρώπινο κορμί. Κοκκίνισε όταν κατάλαβε ότι μερικοί έκαναν κάτι παραπάνω από ακροβατικά κόλπα.