Ένας στιβαρός άνδρας μέσου ύψους, με μια ουλή στο πρόσωπο και τετράγωνο χρυσό γένι, έγειρε θυμωμένος μπροστά. Η καρέκλα του ήταν από βαρύ ξύλο και σκαλισμένη: παρίστανε φάλαγγες αρματωμένων έφιππων, με μια γροθιά σε ατσάλινο γάντι να κρατά κεραυνό στη κορυφή της ράχης της. Το κόκκινο σακάκι του αναπλήρωνε την έλλειψη χρυσών στολισμάτων στην καρέκλα, διότι υπήρχαν χρυσά σπειροειδή ποικίλματα που από τους ώμους κατηφόριζαν ως τους καρπούς του. «Κανένας δεν με λέει δειλό», είπε τραχιά. «Αλλά, αν συνεχίσουμε έτσι, θα χιμήξει να με καρυδώσει».
«Αυτό ήταν το σχέδιο εξαρχής», είπε μια μελωδική γυναικεία φωνή. Η Νυνάβε δεν μπορούσε να διακρίνει την ομιλήτρια, που ήταν κρυμμένη πίσω από την πανύψηλη ράχη μιας καρέκλας που έμοιαζε φτιαγμένη από χιονόλευκη πέτρα και ασήμι.
Ο άλλος άνδρας ήταν μεγαλόσωμος, μελαψός και εμφανίσιμος, με λευκές πινελιές στους κροτάφους. Έπαιζε μ’ ένα περίτεχνο χρυσό κύπελλο, γέρνοντας πίσω σ’ ένα θρόνο. Ήταν η μοναδική κατάλληλη λέξη γι’ αυτό το αντικείμενο που είχε μια κρούστα από πετράδια· πού και πού έλαμπε φευγαλέα χρυσάφι από κάτω, αλλά η Νυνάβε δεν αμφέβαλλε ότι υπήρχε συμπαγής χρυσός κάτω από τα λαμπερά ρουμπίνια και τα σμαράγδια και τις φεγγαρόπετρες· έδινε μια αίσθηση βάρους που ξεπερνούσε τον όγκο του. «Θα συγκεντρώσει την προσοχή του πάνω σου», είπε ο μεγαλόσωμος με βαθιά φωνή. «Αν χρειαστεί, θα πεθάνει κάποιος κοντινός του, ολοφάνερα κατόπιν δική σου διαταγής. Θα έρθει να σε βρει. Κι ενώ θα έχει το βλέμμα του μόνο πάνω σου, οι τρεις μας, συνδεμένοι, θα τον νικήσουμε. Τι συνέβη και άλλαξε κάτι στο σχέδιο;»
«Τίποτα δεν άλλαξε», βρυχήθηκε ο σημαδεμένος. «Πολύ λιγότερο η εμπιστοσύνη που σας έχω. Θα είμαι μέρος της σύνδεσης, αλλιώς όλα τελειώνουν τώρα».
Η χρυσομάλλα έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε. «Καημένε μου», είπε περιπαιχτικά, ανεμίζοντάς του το δάχτυλό της, που το στόλιζε ένα δαχτυλίδι. «Λες να μην προσέξει ότι είσαι συνδεμένος; Μην ξεχνάς ότι έχει δάσκαλο. Κακό δάσκαλο, αλλά όχι τελείως βλάκα. Σιγά-σιγά θα ζητήσεις να βάλουμε και μερικά από τα παιδάκια του Μαύρου Άτζα για να ξεπεράσει ο κύκλος τους δεκατρείς, ώστε εσύ ή ο Ράχβιν να έχετε τον έλεγχο».
«Αν ο Ράχβιν μας εμπιστεύεται αρκετά για να συνδεθεί, μιας κι έτσι θα πρέπει να επιτρέψει σε έναν από μας να αναλάβει την καθοδήγηση», είπε η μελωδική φωνή, «τότε μπορείς κι εσύ να δείξεις ανάλογη εμπιστοσύνη». Ο μεγαλόσωμος κοίταξε το κύπελλό του, και η περιβεβλημένη με την αχλύ γυναίκα χαμογέλασε αμυδρά. «Αν δεν μπορείς να πιστέψεις ότι δεν θα στραφούμε εναντίον σου», συνέχισε η αθέατη γυναίκα, «τότε πίστεψε ότι θα παρακολουθούμε από κοντά ο ένας τον άλλο που αποκλείεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Έχεις συμφωνήσει σ’ όλα αυτά, Σαμαήλ. Γιατί τώρα αμφιταλαντεύεσαι;»
Η Νυνάβε ξαφνιάστηκε όταν η Μπιργκίτε της άγγιξε το μπράτσο...
...και βρέθηκαν πάλι ανάμεσα στις άμαξες, με το φεγγάρι να φέγγει ανάμεσα στα σύννεφα. Έμοιαζε σχεδόν φυσιολογικό σε σχέση με το μέρος που είχαν βρεθεί προηγουμένως.
«Γιατί...;» έκανε η Νυνάβε, και σταμάτησε για να ξεροκαταπιεί. «Γιατί μας πήρες από κει;» Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. «Μήπως μας είδε η Μογκέντιεν;» Ήταν τόσο προσηλωμένη στους άλλους Αποδιωγμένους —στο αλλότοκο που ήταν ανάμικτο με το καθημερινό στην παρουσία τους― που είχε ξεχαστεί και δεν πρόσεχε τη Μογκέντιεν. Αφησε ένα βαθύ αναστεναγμό όταν η Μπιργκίτε κούνησε το κεφάλι.
«Δεν τράβηξα το βλέμμα μου από πάνω της παραπάνω από μια στιγμή, κι αυτή δεν σάλεψε καθόλου. Αλλά δεν μ’ αρέσει να είμαι τόσο εκτεθειμένη. Αν είχε σηκώσει το βλέμμα, αυτή ή κάποιος απ’ τους άλλους...»
Η Νυνάβε έσφιξε το σάλι γύρω από τους ώμους της, αλλά και πάλι ανατρίχιασε. «Ο Ράχβιν κι ο Σαμαήλ». Ευχήθηκε να μην είχε μιλήσει τόσο βραχνά. «Μήπως αναγνώρισες τους υπόλοιπους;» Η Μπιργκίτε φυσικά τους είχε αναγνωρίσει· ήταν ανόητη η διατύπωση της ερώτησης, αλλά η Νυνάβε είχε ταραχτεί.
«Η Λανφίαρ ήταν εκείνη που την έκρυβε η καρέκλα. Η άλλη ήταν η Γκρένταλ. Μην την περνάς για χαζή επειδή στρογγυλοκάθεται σε μια καρέκλα που θα έκανε να κοκκινίσει ακόμα και μια Σεντζενή ιδιοκτήτρια δωματίου-νο. Είναι πανούργα, και χρησιμοποιεί τα κατοικίδιά της σε τελετές που θα έκαναν ακόμα και τον πιο σκληροτράχηλο στρατιώτη που έχω γνωρίσει ποτέ μου να δώσει όρκο αποχής».
«Η Γκρένταλ είναι πανούργα», είπε η φωνή της Μογκέντιεν, «αλλά όχι όσο πανούργα θα ’πρεπε».
Η Μπιργκίτε στριφογύρισε, υψώνοντας το ασημένιο τόξο της, με το ασημένιο τόξο να πλησιάζει σχεδόν αστραπιαία τη χορδή ― και ξαφνικά εκσφενδονίστηκε τριάντα βήματα πιο πέρα στο φεγγαρόφωτο με αποτέλεσμα να χτυπήσει στην άμαξα της Νυνάβε τόσο δυνατά, που αναπήδησε πέντε βήματα κι έμεινε εκεί σωριασμένη.