Выбрать главу

Η Νυνάβε άπλωσε απελπισμένα προς το σαϊντάρ. Φόβος πότιζε το θυμό της, αλλά υπήρχε αρκετός θυμός ― κι έπεσε πάνω σε έναν αόρατο τοίχο που τη χώριζε από τη ζεστή λάμψη της Αληθινής Πηγής. Παραλίγο θα άφηνε ένα αλύχτημα. Κάτι την άρπαξε από τα πόδια, τα τράβηξε προς τα πίσω και τα σήκωσε από το έδαφος· τα χέρια της σηκώθηκαν ψηλά και γύρισαν προς τα πίσω, ώσπου οι καρποί και οι αστράγαλοι συναντήθηκαν πάνω από το κεφάλι της. Τα ρούχα της έγιναν σκόνη που κύλησε στην επιδερμίδα της κι έπεσε κάτω, και η πλεξούδα της τραβήχτηκε πίσω το κεφάλι ώσπου άγγιξε τα νώτα της. Προσπάθησε έξαλλα να βγει από το όνειρο. Τίποτα. Έμεινε κρεμασμένη στον αέρα σαν πλάσμα πιασμένο σε δίχτυ, μ’ όλους τους μυς τεντωμένους στα όριά τους. Ρίγη τη διαπερνούσαν· τα δάχτυλά της συσπώνταν αδύναμα, αγγίζοντας τα πόδια της. Της φαινόταν ότι αν προσπαθούσε να κουνήσει κάτι άλλο, η ράχη της θα έσπαζε.

Το παράξενο ήταν ότι ο φόβος είχε χαθεί, τώρα που ήταν πολύ αργά. Ήταν σίγουρη ότι θα ήταν αρκετά γρήγορη, αν δεν υπήρχε ο τρόμος που την είχε καταλάβει όταν έπρεπε να δράσει. Το μόνο που ήθελε ήταν να πιάσει με τα δύο χέρια το λαιμό της Μογκέντιεν. Κάτι σκέφτηκες τώρα! Κάθε ανάσα έβγαινε ζορισμένη, λαχανιασμένη.

Η Μογκέντιεν κινήθηκε στο οπτικό πεδίο της Νυνάβε, ανάμεσα στο τρεμουλιαστό τρίγωνο των χεριών της. Η λάμψη του σαϊντάρ την περιέβαλλε περιπαιχτικά. «Μια λεπτομέρεια από την καρέκλα της Γκρένταλ», είπε η Αποδιωγμένη. Το φόρεμά της ήταν αχλύ σαν της Γκρένταλ, που από ζοφερή ομίχλη γινόταν σχεδόν διαφανές και πάλι λαμπερό ασήμι. Το υλικό άλλαζε σχεδόν συνεχώς. Η Νυνάβε την είχε ξαναδεί να το φορά, στο Τάντσικο. «Δεν είναι κάτι που θα σκεφτόμουν μόνη μου, αλλά η Γκρένταλ καμιά φορά έχει... εποικοδομητικές ιδέες». Η Νυνάβε την αγριοκοίταξε, όμως εκείνη δεν έδειξε να το προσέχει. «Δεν χωρά στο μυαλό μου ότι εσύ ήρθες να κυνηγήσεις εμένα. Στ’ αλήθεια πιστεύεις ότι, επειδή μια φορά στάθηκες τυχερή και με αιφνιδίασες, έγινες ίση μ’ εμένα;» Το γέλιο της γυναίκας ήταν κοφτερό σαν μαχαίρι. «Αν μόνο ήξερες πόσο κόπο έκανα για να σε βρω. Κι εσύ ήρθες σε μένα». Κοίταξε τις άμαξες ολόγυρα, περιεργάστηκε για μια στιγμή τα λιοντάρια και τις αρκούδες προτού στραφεί πάλι στη Νυνάβε. «Θηριοτροφείο; Θα ήταν εύκολο να σε βρω. Αν υπήρχε ανάγκη, που δεν υπάρχει πια».

«Κάνε ό,τι θες, που να καείς», γρύλισε η Νυνάβε. Βάζοντας τα δυνατά της, Διπλωμένη όπως ήταν, χρειάστηκε να ξεστομίσει τις λέξεις μία-μία. Δεν τολμούσε να κοιτάξει κατάματα τη Μπιργκίτε —όχι ότι μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι γι’ αυτό― αλλά, ανεβοκατεβάζοντας τα μάτια, σαν να ταλαντευόταν ανάμεσα στην οργή και το φόβο, έπιασε μια φευγαλέα εικόνα της. Ένιωσε μια παγωνιά στο στομάχι της, που ήταν τεντωμένο σαν τομάρι προβάτου απλωμένο για να στεγνώσει. Η Μπιργκίτε κειτόταν στο χώμα, με τα ασημένια βέλη χυμένα από τη φαρέτρα της μέσης της, και το ασημένιο τόξο ένα βήμα παραπέρα από το ασάλευτο χέρι της. «Τυχερή, είπες; Αν δεν με είχες ζυγώσει ύπουλα, θα σε είχα γυμνώσει και θα είχες βάλει τα κλάματα. Θα σου έστριβα το λαιμό σαν κοτόπουλο». Είχε μονάχα μια ευκαιρία, αν ήταν νεκρή η Μπιργκίτε, και μάλιστα δυσοίωνη. Έπρεπε να θυμώσει τη Μογκέντιεν αρκετά για να τη σκοτώσει σ’ ένα ξέσπασμα λύσσας. Μακάρι όμως να υπήρχε τρόπος να ειδοποιήσει την Ηλαίην. Ο θάνατός της θα έπρεπε να παίξει αυτό το ρόλο. «Θυμάσαι που είπες ότι θα με κάνεις ζωντανό σκαλάκι για να ανεβαίνεις στο άλογο; Και μετά, που είπα ότι θα σου κάνω το ίδιο; Τότε σε είχα ήδη νικήσει. Κλαψούριζες και ικέτευες για τη ζωή σου. Μου πρόσφερες τα πάντα. Είσαι μια δειλή. Τα απομεινάρια σε ένα δοχείο νυκτός! Μια―» Κάτι πηχτό σύρθηκε στο στόμα της, της ζούληξε τη γλώσσα και ανάγκασε τα σαγόνια της να ανοίξουν.

«Είσαι τόσο απλοϊκή», μουρμούρισε η Μογκέντιεν. «Πίστεψέ με, είμαι ήδη αρκετά θυμωμένη μαζί σου. Δεν νομίζω να σε κάνω ζωντανή σκαλίτσα». Το χαμόγελό της έκανε τη Νυνάβε να ριγήσει. «Νομίζω θα σε κάνω άλογο. Εδώ πέρα αυτό γίνεται. Άλογο, ποντίκι, βατράχι...» κοντοστάθηκε, αφουγκράστηκε. «...γρύλο. Και κάθε φορά που θα έρχεσαι στον Τελ’αράν’ριοντ, θα είσαι άλογο, μέχρι να το αλλάξω. Ή μέχρι να το αλλάξει κάποια άλλη που να ’χει τις γνώσεις». Κοντοστάθηκε ξανά, σχεδόν με μια έκφραση συμπόνιας. «Μπα, δεν θα ήθελα να σου δώσω ψεύτικες ελπίδες. Τώρα υπάρχουμε μόνο εννιά που ξέρουμε αυτόν τον τύπο δέσμευσης, και δεν θα ήθελες να πέσεις στα χέρια των άλλων, όπως δεν ήθελες να πέσεις στα δικά μου. Θα είσαι άλογο κάθε φορά που θα σε φέρνω εδώ. Θα έχεις δική σου σέλα και χάμουρα. Θα σου πλέξω μάλιστα τη χαίτη». Η πλεξούδα της Νυνάβε τινάχτηκε τόσο, που παραλίγο θα ξεκολλούσε από το κρανίο της. «Θα θυμάσαι βέβαια ποια είσαι. Νομίζω ότι θα απολαμβάνω τις βόλτες μας, εσύ όμως ίσως όχι». Η Μογκέντιεν πήρε μια βαθιά ανάσα και το φόρεμά της σκούρυνε και πήρε μια απόχρωση που γυάλιζε στο χλωμό φως· η Νυνάβε δεν ήταν σίγουρη αλλά της φάνηκε ότι ήταν το χρώμα του υγρού αίματος. «Με αναγκάζεις να ακολουθήσω τα βήματα της Σέμιραγκ. Θα χαρώ όταν ξεμπερδέψω μαζί σου και μπορέσω να αφιερώσω την αμέριστη προσοχή μου σε σημαντικά θέματα. Εκείνο το κιτρινομάλλικο θηλυκό είναι μαζί σου εδώ στο θηριοτροφείο;»