Το πηχτό πράγμα χάθηκε από το στόμα της Νυνάβε. «Είμαι μόνη, ηλίθια―» Πόνος. Σαν να την είχαν δείρει από πάνω ως κάτω, μ’ όλα τα χτυπήματα να έχουν πέσει μαζί. Μούγκρισε στριγκά. Και ξανά. Προσπάθησε να σφίξει τα δόντια, αλλά η ατελείωτη κραυγή τής γέμιζε τα αυτιά. Δάκρυα κύλησαν όλο ντροπή στα μάγουλά της καθώς έκλαιγε, περιμένοντας ανήμπορη την επόμενη φορά.
«Είναι μαζί σου;» ρώτησε υπομονετικά η Μογκέντιεν. «Μην χρονοτριβείς προσπαθώντας να με κάνεις να σε σκοτώσω. Δεν σε σκοτώνω. Θα ζήσεις πολλά χρόνια υπηρετώντας με. Οι μάλλον αξιοθρήνητες ικανότητές σου ίσως να φανούν χρήσιμες, αν τις εκπαιδεύσω. Αν σε εκπαιδεύσω. Αλλά μπορώ να σε κάνω να νιώσεις κι. άλλα, που μπροστά τους το προηγούμενο ήταν στοργικό χάδι. Απάντησε, λοιπόν, στην ερώτησή μου».
Η Νυνάβε κατάφερε να ανασάνει ξανά. «Όχι», κλαψούρισε. «Το έσκασε με κάποιον μετά το Τάντσικο. Έναν αρκετά μεγάλο για να ’ναι παππούς της, όμως είχε λεφτά. Ακούσαμε τι συνέβη στον Πύργο» —ήταν σίγουρη ότι η Μογκέντιεν το ήξερε― «και φοβόταν να γυρίσει πίσω».
Η άλλη γυναίκα γέλασε. «Απολαυστική ιστορία. Σχεδόν μπορώ να καταλάβω τι βρίσκει η Σέμιραγκ όταν τσακίζει το μυαλό των άλλων. Α, θα μου προσφέρεις τόση απόλαυση, Νυνάβε αλ’Μεάρα. Πρώτα όμως θα μου φέρεις τη μικρή Ηλαίην. Θα τη θωρακίσεις και θα τη δεσμεύσεις και θα τη φέρεις στα πόδια μου. Ξέρεις γιατί; Επειδή μερικά πράγματα είναι ισχυρότερα στον Τελ’αράν’ριοντ απ’ όσο στον ξυπνητό κόσμο. Γι’ αυτό θα είσαι μια λαμπερή λευκή φοράδα κάθε φορά που θα σε φέρνω εδώ. Και επίσης, οι πληγές δεν είναι το μόνο πράγμα που σου συμβαίνει εδώ και θα παραμείνει όταν ξυπνήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τον πειθαναγκασμό. Θέλω να το σκεφτείς για μερικές στιγμές, προτού αρχίσεις να πιστεύεις ότι ήταν δική σου η ιδέα. Υποψιάζομαι ότι η κοπέλα είναι φίλη σου. Αλλά θα μου τη φέρεις σαν ζωάκι―» Η Μογκέντιεν τσίριξε, καθώς η αιχμή ενός ασημένιος βέλους ξαφνικά ξεπρόβαλε κάτω από το δεξί στήθος της.
Η Νυνάβε έπεσε στο έδαφος σαν πεταμένο σακί. Η πτώση την τράνταξε και άδειασε όλο τον αέρα από τα πνευμόνια της, σαν να ’χε φάει σφυριά στην κοιλιά. Βάζοντας τα δυνατά της να ανασάνει, πάλεψε να κουνήσει τους ζορισμένους μυς της, πολέμησε μέσα στον πόνο για να βρει το σαϊντάρ.
Η Μπιργκίτε σηκώθηκε όρθια τρεκλίζοντας και προσπάθησε να βγάλει άλλο ένα βέλος από τη φαρέτρα της. «Φύγε, Νυνάβε!» Το φώναξε δυνατά, μπερδεμένα. «Φύγε!» Το κεφάλι της ταλαντευόταν και το ασημένιο τόξο έτρεμε καθώς το ύψωνε.
Η λάμψη γύρω από τη Μογκέντιεν δυνάμωσε, τόσο που έμοιαζε λες και την περιέβαλλε ένας εκτυφλωτικός ήλιος.
Η νύχτα αγκάλιασε την Μπιργκίτε σαν κύμα του ωκεανού, τυλίγοντάς την στο σκοτάδι. Όταν πέρασε, το τόξο έπεσε πάνω στα άδεια ρούχα που σωριάζονταν κάτω. Τα ρούχα έσβησαν σαν ομίχλη που διαλυόταν, και μόνο το τόξο και τα βέλη έμειναν, αστράφτοντας στο φεγγαρόφωτο.
Η Μογκέντιεν έπεσε βαριά στα γόνατα, λαχανιασμένη, σφίγγοντας με τα δυο χέρια το βέλος που προεξείχε, ενώ η λάμψη γύρω της ξεθώριαζε και έσβηνε. Ύστερα χάθηκε και η ίδια, και το ασημένιο βέλος έπεσε από το σημείο που βρισκόταν νωρίτερα το κορμί της, λεκιασμένο και σκούρο από το αίμα.
Ύστερα από μια αιωνιότητα ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε, η Νυνάβε κατάφερε να σηκωθεί στα τέσσερα. Μισοκλαίγοντας, σύρθηκε στο τόξο της Μπιργκίτε. Τώρα τα δάκρυα δεν οφείλονταν στον πόνο. Γονατισμένη, χωρίς να τη νοιάζει που ήταν γυμνή, έσφιξε το τόξο. «Συγγνώμη», κλαψούρισε. «Αχ, Μπιργκίτε, συγχώρεσέ με, Μπιργκίτε!»
Δεν ακούστηκε απάντηση εκτός από τη θρηνητική κραυγή ενός νυχτοπουλιού.
Η Λίαντριν πετάχτηκε όρθια, όταν άνοιξε με βρόντο η πόρτα του υπνοδωμάτιου της Μογκέντιεν και η Εκλεκτή βγήκε παραπατώντας στο καθιστικό, με το αίμα να βάφει το μεταξωτό μισοφόρι της. Η Τσέσμαλ και η Τεμάιλε έτρεξαν στο πλευρό της, την έπιασαν από τα χέρια να σηκωθεί, αλλά η Λίαντριν έμεινε στην καρέκλα της. Οι άλλες είχαν βγει· μπορεί να ήταν εκτός Άμαντορ, ποιος να ήξερε. Η Μογκέντιεν έλεγε μόνο τα απαραίτητα σ’ όσους έδινε διαταγές, και τιμωρούσε τις ερωτήσεις που δεν της άρεσαν.
«Τι έγινε;» αναφώνησε η Τεμάιλε.
Το σύντομο βλέμμα που της έριξε η Μογκέντιεν θα έπρεπε να την είχε κάνει κάρβουνο επιτόπου. «Έχεις κάποια μικρή ικανότητα στη Θεραπεία», είπε η Εκλεκτή στην Τσέσμαλ με βαριά φωνή. Αίμα λέκιαζε τα χείλη της κι έσταζε από την άκρη του στόματός της, δυναμώνοντας ολοένα. «Κάνε το. Τώρα, ανόητη!»