Выбрать главу

Η μελαχρινή Γκεαλντανή δεν δίστασε να αγγίξει με τα χέρια το κεφάλι της Μογκέντιεν, Η Λίαντριν πήρε μια χλευαστική έκφραση, καθώς η λάμψη περιέβαλλε την Τσέσμαλ· η ανησυχία σκίασε το ωραίο πρόσωπο της Τσέσμαλ, ενώ τα ντελικάτα, αλεπουδίσια χαρακτηριστικά της Τεμάιλε είχαν αλλοιωθεί από γνήσιο τρόμο και ανησυχία. Ήταν τόσο πιστές. Υπάκουα σκυλάκια του καναπέ. Η Μογκέντιεν σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, με το κεφάλι γερμένο πίσω· με μάτια διάπλατα, έτρεμε ολόκληρη, και η ανάσα ξεχυνόταν από το ορθάνοιχτο στόμα της σαν να είχε βυθιστεί σε πάγο.

Μέσα σε μια στιγμή, είχε τελειώσει. Η λάμψη γύρω από την Τσέσμαλ εξαφανίστηκε, και η Μογκέντιεν πάτησε κανονικά το χαλί με τα γαλαζοπράσινα μοτίβα. Δίχως την Τεμάιλε να την κρατά, μπορεί να έπεφτε. Μόνο ένα τμήμα της σωματικής δύναμης που χρειαζόταν για τη Θεραπεία πήγαζε από τη Δύναμη· το υπόλοιπο προερχόταν από το πρόσωπο που Θεραπευόταν. Η πληγή που είχε προκαλέσει τέτοια αιμορραγία θα είχε χαθεί, αλλά η Μογκέντιεν σίγουρα θα ήταν αδύναμη σαν να βρισκόταν ανήμπορη στο κρεβάτι της εδώ και βδομάδες. Πήρε τη χρυσή και ιβουάρ εσάρπα από φίνο μετάξι που είχε στη ζώνη της η Τεμάιλε και σκούπισε το στόμα της, καθώς εκείνη τη βοηθούσε να γυρίσει προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ήταν αδύναμη, με την πλάτη γυρισμένη.

Η Λίαντριν επιτέθηκε πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά στη ζωή της, μ’ ό,τι είχε μάθει από αυτό που της είχε κάνει η Εκλεκτή.

Την ίδια στιγμή, το σαϊντάρ γέμισε τη Μογκέντιεν σαν πλημμύρα. Η ανιχνευτική απόπειρα της Λίαντριν σταμάτησε, καθώς αποκοβόταν από την Πηγή. Ροές Αέρα την έπιασαν και τη βρόντηξαν στον επενδυμένο τοίχο, τόσο δυνατά, που τα δόντια της τραντάχτηκαν. Με τα μέλη απλωμένα και λυμένα, αβοήθητη, έμεινε εκεί να κρέμεται.

Η Τσέσμαλ και η Τεμάιλε αντάλλαξαν απορημένες ματιές, μην καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί. Συνέχισαν να στηρίζουν τη Μογκέντιεν, καθώς αυτή ερχόταν να σταθεί μπροστά στη Λίαντριν, ενώ ακόμα σκούπιζε γαλήνια το στόμα με την εσάρπα της Τεμάιλε. Η Μογκέντιεν διαβίβασε, και το αίμα στο μισοφόρι της μαύρισε και ξεφλουδίστηκε, πέφτοντας στο χαλί.

«Δ-δεν καταλαβαίνεις, Μεγάλη Κυρά», είπε έντρομη η Λίαντριν. «Απλώς ήθελα να σε βοηθήσω να κοιμηθείς αναπαυτικά». Για μια φορά στη ζωή της, δεν την πείραζε καθόλου που είχε μιλήσει με προφορά κοινού θνητού. «Απλώς―» Τα λόγια της κόπηκαν μ’ ένα πνιχτό ήχο, καθώς μια ροή Αέρα έπιανε τη γλώσσα της και την τραβούσε ανάμεσα στα δόντια της. Τα καστανά μάτια της γούρλωσαν. Ελάχιστη πίεση ακόμα, και θα...

«Να την ξεριζώσω;» Η Μογκέντιεν εξέταζε το πρόσωπό της, μίλησε όμως σαν να μονολογούσε. «Μάλλον όχι. Κρίμα για σένα που εκείνη η γυναίκα, η αλ’Μεάρα, με κάνει να σκέφτομαι όπως η Σέμιραγκ. Αλλιώς, μπορεί απλώς να σε σκότωνα». Ξαφνικά, άρχισε να δένει την ασπίδα, με κόμπο που γινόταν ολοένα και πιο περίπλοκος, ώσπου στο τέλος η Λίαντριν έχασε τις στροφές και τα γυρίσματά του. Κι ο κόμπος συνεχιζόταν. «Να», είπε τελικά η Μογκέντιεν με τόνο ικανοποίησης. «Θα ψάχνεις πολύ καιρό μέχρι να βρεις κάποιον που μπορεί να τον λύσει. Αλλά δεν θα σου δοθεί η ευκαιρία να ψάξεις».

Η Λίαντριν κοίταξε ερευνητικά το πρόσωπο της Τσέσμαλ, και μετά της Τεμάιλε, για κάποιο ίχνος συμπόνιας, οίκτου, οτιδήποτε. Τα μάτια της Τσέσμαλ ήταν ψυχρά και αυστηρά· της Τεμάιλε έλαμπαν, κι αυτή άγγιξε τα χείλη με την άκρη της γλώσσας και χαμογέλασε. Το χαμόγελο δεν ήταν φιλικό.

«Νόμιζες ότι είχες μάθει κάτι για τον πειθαναγκασμό», συνέχισε να λέει η Μογκέντιεν. «Θα σου μάθω κάτι ακόμα». Για μια στιγμή, η Λίαντριν ανατρίχιασε, καθώς τα μάτια της Μογκέντιεν γέμιζαν όλο το οπτικό της πεδίο, όπως η φωνή της Εκλεκτής γέμιζε τα αυτιά της, ολόκληρο το κεφάλι της. «Ζήσε». Η στιγμή πέρασε, και κόμποι ιδρώτα γέμισαν το πρόσωπο της Λίαντριν, καθώς η άλλη γυναίκα της χαμογελούσε. «Ο πειθαναγκασμός έχει πολλά όρια, όμως η διαταγή σε κάποιον να κάνει αυτό που θέλει να κάνει στα εσώτερα βάθη του, θα κρατήσει μια ολόκληρη ζωή. Θα ζήσεις, όσο και αν νομίζεις ότι θέλεις να δώσεις τέλος στη ζωή σου. Και θα το ζητάς. Πολλά βράδια θα ξαπλώνεις κλαίγοντας και θα το εύχεσαι».

Η ροή που κρατούσε τη γλώσσα της Λίαντριν χάθηκε, κι αυτή μόλις που κοντοστάθηκε μια στιγμή για να καταπιεί. «Σε παρακαλώ, Μεγάλη Κυρά, ορκίζομαι ότι δεν ήθελα να―» Το κεφάλι της κουδούνισε και ασημόμαυρα στίγματα χόρεψαν μπροστά στα μάτια της από το χαστούκι της Μογκέντιεν.

«Έχει και τα... θέλγητρά της... η σωματική διάσταση των πραγμάτων», είπε απαλά η Εκλεκτή. «Θέλεις να ικετέψεις κι άλλο;»

«Σε παρακαλώ, Μεγάλη Κυρά―» Το δεύτερο χαστούκι έκανε τα μαλλιά της να ανεμίσουν.

«Κι άλλο;»