«Σε παρακαλώ―» Το τρίτο παραλίγο θα της ξεκολλούσε το σαγόνι. Το μάγουλό της έκαιγε.
«Αν δεν γίνεις πιο επινοητική, δεν θα σε ακούσω. Καλύτερα να μ’ ακούσεις εσύ. Νομίζω ότι αυτό που σχεδίασα για σένα θα κατενθουσίαζε και την ίδια τη Σέμιραγκ». Το χαμόγελο της Μογκέντιεν ήταν σκοτεινό σχεδόν όσο και της Τεμάιλε. «Θα ζήσεις, όχι σιγανεμένη, αλλά γνωρίζοντας ότι θα μπορούσες να διαβιβάσεις ξανά, αρκεί μόνο να έβρισκες κάποιον να σου λύσει τη θωράκιση. Όμως αυτό είναι μονάχα η αρχή. Ο Έβον θα χαρεί, αν αποκτήσει μια καινούρια λαντζιέρα, και είμαι σίγουρος ότι η εκείνη η Αρένε θα θελήσει να συζητήσει αρκετά μαζί σου για τον σύζυγό της. Θα απολαύσουν τόσο τη συντροφιά σου, που αμφιβάλλω αν για πολλά χρόνια ακόμα θα σε αφήσουν να βγεις καθόλου από αυτό το σπίτι. Ατέλειωτα χρόνια, στα οποία θα εύχεσαι να με είχες υπηρετήσει πιστά».
Η Λίαντριν κούνησε το κεφάλι, προφέροντας άηχα «όχι» και «σε παρακαλώ»· έκλαιγε τόσο που δεν μπορούσε να πει τις λέξεις.
Η Μογκέντιεν, στρέφοντας το κεφάλι προς την Τεμάιλε, είπε, «Ετοίμασέ την γι’ αυτούς. Και πες τους ότι δεν μπορούν να τη σκοτώσουν ή να τη σακατέψουν. Θέλω να πιστεύει πάντα ότι υπάρχει η πιθανότητα να δραπετεύσει. Όλες οι μάταιες ελπίδες θα την κρατήσουν ζωντανή για να υποφέρει». Γύρισε να φύγει, στηριγμένη στο μπράτσο της Τσέσμαλ, και οι ροές που κρατούσαν τη Λίαντριν στον τοίχο εξαφανίστηκαν.
Τα πόδια της λύγισαν σαν άχυρα, σωριάστηκε στο χαλί. Μόνο η θωράκιση παρέμενε· τη σφυροκόπησε μάταια, όσο μάταια σύρθηκε πίσω από τη Μογκέντιεν, προσπαθώντας να πιάσει τον ποδόγυρο του μισοφοριού της, κλαίγοντας με λυγμούς, με το ηθικό της ρημαγμένο. «Σε παρακαλώ, Μεγάλη Κυρά».
«Είναι σ’ ένα θηριοτροφείο», είπε η Μογκέντιεν στην Τσέσμαλ. «Τόσες έρευνες έκανες, αλλά αναγκάστηκα να τις βρω μόνη μου. Δεν θα ήταν δύσκολο να εντοπίσει κάποιος ένα θηριοτροφείο».
«Θα υπακούω πιστά», έκλαψε η Λίαντριν. Δεν όριζε πια τα μέλη της· δεν μπορούσε να συρθεί, να τη φτάσει. Εκείνες δεν γύρισαν καν πίσω για να την κοιτάξουν, καθώς πάλευε στο πάτωμα να τις φτάσει. «Δέσμευσε με, Μεγάλη Κυρά. Ό,τι θέλεις. Θα είμαι ένα πιστό σκυλί!»
«Υπάρχουν πολλά θηριοτροφεία που ταξιδεύουν προς το βορρά», είπε η Τσέσμαλ, και η φωνή της έδειχνε ότι ανυπομονούσε να αντισταθμίσει την αποτυχία της. «Προς την Γκεάλνταν, Μεγάλη Κυρά».
«Τότε πρέπει να πάω στην Γκεάλνταν», είπε η Μογκέντιεν. «Θα βρεις γρήγορα άλογα και θα ακολουθήσεις―» Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας έκλεισε πάνω στα λόγια της.
«Θα είμαι ένα πιστό σκυλί», είπε με λυγμούς η Λίαντριν σωριασμένη στο χαλί. Σήκωσε το κεφάλι, ανοιγόκλεισε τα μάτια για να διώξει τα δάκρυα, και είδε την Τεμάιλε να την παρακολουθεί, τρίβοντας τα χέρια της και χαμογελώντας. «Θα μπορούσαμε να τη νικήσουμε, Τεμάιλε. Εμείς οι τρεις μαζί θα μπορούσαμε να―»
«Εμείς οι τρεις;» γέλασε η Τεμάιλε. «Δεν θα μπορούσες να νικήσεις ούτε τον χοντρο-Έβον». Τα μάτια της στένεψαν, καθώς μελετούσε τη θωράκιση που είχε προσδεθεί στη Λίαντριν. «Λες και είσαι σιγανεμένη».
«Άκουσέ με. Σε παρακαλώ». Η Λίαντριν ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να καθαρίσει τη φωνή της, αλλά ήταν ακόμα βαριά, αν κι έκαιγε από την αίσθηση του επείγοντος, όταν συνέχισε να μιλά γοργά. «Έχουμε μιλήσει για τη διχόνοια που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των Εκλεκτών. Για να κρύβεται η Μογκέντιεν μ’ αυτόν τον τρόπο, σίγουρα κρύβεται από τους άλλους Εκλεκτούς. Αν την πιάσουμε και τους την παραδώσουμε, σκέψου τι θέση θα μας δώσουν. Θα είμαστε ανώτερες από βασιλιάδες και βασίλισσες. Μπορεί να γίνουμε και οι ίδιες Εκλεκτές!»
Για μια στιγμή —για μια ευλογημένη, υπέροχη στιγμή― η γυναίκα με το αλεπουδίσιο πρόσωπο δίστασε. Ύστερα κούνησε το κεφάλι. «Ποτέ δεν ήξερες πόσο ψηλά να σηκώσεις το βλέμμα. “Όποιος κάνει να πιάσει τον ήλιο, θα καεί”. Όχι, δεν νομίζω ότι θα με κάψουν επειδή προσπάθησα να φτάσω ψηλά. Νομίζω ότι θα κάνω ό,τι μου είπε, και θα σε μαλακώσω για να σε παραλάβει ο Έβον». Ξαφνικά χαμογέλασε, δείχνοντας δόντια που την έκαναν να μοιάζουν ακόμα πιο πολύ με αλεπού. «Πόσο θα ξαφνιαστεί όταν σε δει να σέρνεσαι για να του φιλήσεις τα πόδια».
Η Λίαντριν ούρλιαξε προτού καν την περιλάβει η Τεμάιλε.
35
Το Ξερίζωμα
Η Ηλαίην, μέσα στα χασμουρητά της, παρακολουθούσε τη Νυνάβε από το κρεβάτι της, με το κεφάλι στηριγμένο στον ένα αγκώνα και τα μαλλιά να χύνονται ποτάμι στο μπράτσο της. Ήταν γελοία αυτή η επιμονή ότι όποια δεν πήγαινε στον Τελ’αράν’ριοντ έπρεπε να μείνει ξύπνια. Δεν ήξερε τι χρονικό διάστημα είχε περάσει για τη Νυνάβε μέσα στον Κόσμο των Ονείρων, όμως η Ηλαίην ήταν ξαπλωμένη εκεί δύο ολόκληρες ώρες, δίχως βιβλίο να διαβάσει, δίχως εργόχειρο να κεντήσει, τίποτα απολύτως με το οποίο να ασχοληθεί εκτός του να κοιτάζει την άλλη γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη στο στενό κρεβάτι της. Θα μπορούσε να περιεργαστεί το α’ντάμ, αλλά ήταν άσκοπο· της φαινόταν ότι είχε ανακαλύψει σε αυτό ό,τι μπορούσε. Είχε δοκιμάσει μάλιστα να ασκήσει λίγη Θεραπεία στην κοιμισμένη γυναίκα, ίσως όλη τη Θεραπεία που ήξερε. Η Νυνάβε δεν θα συναινούσε, αν ήταν ξύπνια ― δεν είχε σπουδαία γνώμη για τις ικανότητες της Ηλαίην σ’ αυτόν τον τομέα· ίσως όμως σ’ αυτή την περίπτωση να είχε συμφωνήσει― αλλά το μαύρισμα του ματιού της είχε χαθεί. Η αλήθεια ήταν ότι αυτή ήταν η πιο πολύπλοκη Θεραπεία που είχε κάνει ποτέ η Ηλαίην, και είχε εξαντλήσει όλη της τη δεξιοτεχνία. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάνει. Αν είχε λίγο ασήμι, ίσως προσπαθούσε να κατασκευάσει ένα α’ντάμ· το ασήμι δεν ήταν το μόνο μέταλλο, αλλά θα έπρεπε να λιώσει νομίσματα για να βρει αρκετό. Η άλλη γυναίκα θα χαιρόταν μ’ αυτό όσο θα χαιρόταν αν έβρισκε και δεύτερο α’ντάμ. Η Νυνάβε αρνιόταν να πουν στον Θομ και τον Τζούιλιν για τον Κόσμο των Ονείρων, αλλιώς η Ηλαίην θα μπορούσε να φωνάξει τον Θομ για να έχει κάποιον να μιλά.