Πραγματικά οι συζητήσεις τους ήταν απολαυστικές. Ήταν σαν πατέρας που μετέδιδε τη γνώση στην κόρη του. Ποτέ της δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το Παιχνίδι των Θρόνων ήταν τόσο βαθιά ριζωμένο στο Άντορ, αλλά χαιρόταν που δεν ήταν τόσο βαθιά όσο σε άλλες χώρες. Μόνο οι Μεθόριες είχαν ξεφύγει τελείως από τα βρόχια του, κατά τα λεγόμενα του Θομ. Με τη Μάστιγα γειτονική στο βορρά, με τις επιδρομές των Τρόλοκ καθημερινό γεγονός, δεν είχαν χρόνο για ελιγμούς και μηχανορραφίες. Με τον Θομ έκανε απολαυστικές συζητήσεις, τώρα που αυτός ήταν σίγουρος ότι η Ηλαίην δεν θα προσπαθούσε να χωθεί στην αγκαλιά του. Το πρόσωπό της κοκκίνιζε όταν το θυμόταν· το είχε σκεφτεί μια-δυο φορές, κι ευτυχώς δεν είχε τα κότσια να το κάνει.
«“Ακόμα και μια βασίλισσα μπορεί να σκοντάψει, αλλά η σοφή γυναίκα κοιτάζει το μονοπάτι”», παρέθεσε με μαλακή φωνή. Η Λίνι ήταν σοφή γυναίκα. Η Ηλαίην πίστευε ότι δεν θα ξανάκανε το ίδιο λάθος. Ήξερε ότι έκανε πολλά λάθη, αλλά σπανίως το ίδιο για δεύτερη φορά. Ίσως κάποια μέρα θα έκανε τόσα λίγα λάθη, που θα ήταν άξια να διαδεχθεί τη μητέρα της στο θρόνο.
Ξαφνικά, ανακάθισε. Δάκρυα ανέβλυζαν από τα κλειστά μάτια της Νυνάβε και κυλούσαν στα μάγουλά της· αυτό που η Ηλαίην είχε πάρει για αμυδρό ροχαλητό —η Νυνάβε ροχάλιζε, κι ας το αρνιόταν― ήταν αδύναμοι, ικετευτικοί λυγμοί στο λαιμό της. Κανονικά αυτό δεν έπρεπε να συμβαίνει. Αν είχε τραυματιστεί, θα είχε φανεί το τραύμα, αν και δεν θα το ένιωθε εδώ, παρά μόνο όταν ξυπνούσε.
Ίσως θα’ πρεπε να την ξυπνήσω. Αλλά δίστασε, ενώ το χέρι της απλωνόταν προς την άλλη γυναίκα. Το να ξυπνάς κάποιον από τον Τελ’αράν’ριοντ ήταν κάθε άλλο παρά εύκολο —καμιά φορά ακόμα και με το ταρακούνημα ή το παγωμένο νερό δεν τα κατάφερνες― και της Νυνάβε δεν θα της άρεσε καθόλου να ξυπνήσει με βία μετά τις μελανιές που της είχε αφήσει η Σεράντιν. Αναρωτιέμαι τι στ’ αλήθεια έγινε. Θα πρέπει να ρωτήσω τη Σεράντιν. Ό,τι κι αν συνέβαινε, η Νυνάβε θα έπρεπε να μπορεί να βγει από το όνειρο ανά πάσα στιγμή το επιθυμούσε. Εκτός αν... Η Εγκουέν έλεγε ότι οι Σοφές μπορούσαν να κρατήσουν κάποιον στον Τελ’αράν’ριοντ ενάντια στη θέληση του, αλλά, αν της είχαν μάθει το κόλπο, δεν το είχε μεταφέρει στην Ηλαίην ή στη Νυνάβε. Αν τώρα κάποιος κρατούσε τη Νυνάβε, αν της έκανε κακό, δεν θα ήταν η Μπιργκίτε ή οι Σοφές. Εντάξει, μπορεί να έκαναν κάτι οι Σοφές, αν την έπιαναν να περιπλανιέται εκεί που κατά τη γνώμη τους δεν έπρεπε. Μα αν δεν ήταν αυτές, τότε έμενε μόνο...
Έπιασε τη Νυνάβε από τους ώμους για να τη σείσει —αν δεν είχε αποτέλεσμα αυτό, θα πάγωνε το νερό που ήταν στην κανάτα πάνω στο τραπέζι ή θα τη χαστούκιζε δυνατά― και τα μάτια της Νυνάβε άνοιξαν διάπλατα.
Αμέσως η Νυνάβε άρχισε να κλαίει δυνατά, με τον πιο απελπισμένο ήχο που είχε ακούσει ποτέ της η Ηλαίην. «Τη σκότωσα. Αχ, Ηλαίην, τη σκότωσα, με την ανόητη περηφάνια μου, νομίζοντας ότι μπορούσα να...» Τα λόγια της έσβησαν μέσα στα αναφιλητά της.
«Ποια σκότωσες;» Σίγουρα όχι τη Μογκέντιεν· ο θάνατος της δεν θα προκαλούσε αυτό το θρήνο. Ήταν έτοιμη να αγκαλιάσει τη Νυνάβε για να την παρηγορήσει όταν ακούστηκαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα.
«Διώξ’ τους», μουρμούρισε η Νυνάβε και κουλουριάστηκε σαν τρεμάμενη μπάλα στο κέντρο του κρεβατιού.
Η Ηλαίην αναστέναξε, πλησίασε την πόρτα και την άνοιξε, αλλά προτού προλάβει να πει λέξη, ο Θομ εμφανίστηκε μέσα από τη νύχτα και την έσπρωξε κατά μέρος, με το τσαλακωμένο σακάκι του να κρέμεται έξω από το παντελόνι του, κουβαλώντας στα χέρια κάποιον τυλιγμένο στο μανδύα του. Μόνο δυο γυναικεία πόδια ξεπρόβαλλαν.
«Απλώς εμφανίστηκε εκεί», είπε πίσω του ο Τζούιλιν, σαν να μην πίστευε τα λόγια που έλεγε ο ίδιος. Και οι δύο άνδρες ήταν ξυπόλητοι, και ο Τζούιλιν ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, λεπτός, με άτριχο στήθος. «Ξύπνησα για μια στιγμή, και ξαφνικά στεκόταν εκεί, γυμνή, όπως τη μέρα που γεννήθηκε, και σωριάστηκε κάτω σαν κομμένο δίχτυ».