Выбрать главу

«Είναι ζωντανή», είπε ο Θομ, ακουμπώντας στο κρεβάτι της Ηλαίην τη γυναίκα που ήταν τυλιγμένη με το μανδύα, «αλλά μετά βίας. Μόλις που ακουγόταν η καρδιά της».

Η Ηλαίην έσμιξε τα φρύδια και τράβηξε την κουκούλα του μανδύα ― και βρέθηκε να κοιτάζει το πρόσωπο της Μπιργκίτε, ωχρό και αδύναμο.

Η Νυνάβε κατέβηκε μουδιασμένα από το άλλο κρεβάτι και γονάτισε πλάι στην αναίσθητη γυναίκα. Το πρόσωπό της γυάλιζε από τα δάκρυα, αλλά το κλάμα είχε σταματήσει. «Είναι ζωντανή», είπε απαλά. «Είναι ζωντανή». Ξαφνικά φάνηκε να συνειδητοποιεί ότι ήταν με την καμιζόλα μπροστά στους άνδρες, αλλά μόλις που τους έριξε μια ματιά, και είπε μονάχα, «Πάρε τους από δω, Ηλαίην. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα μ’ αυτούς να κοιτάνε σαν πρόβατα».

Ο Θομ και ο Τζούιλιν κοιτάχτηκαν αγανακτισμένοι, όταν η Ηλαίην έκανε μια κίνηση προς το μέρος τους σαν να έδιωχνε ζώα, και κούνησαν το κεφάλι, όμως γύρισαν στην πόρτα χωρίς παράπονο. «Είναι... μια φίλη», τους είπε η Ηλαίην. Ένιωθε σαν να βρισκόταν μέσα σε όνειρο, να αιωρείται, δίχως καμία αίσθηση. Πώς ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; «Θα τη φροντίσουμε». Πώς μπορούσε να έχει συμβεί; «Μην πείτε λέξη σε κανέναν». Οι ματιές που της έριξαν καθώς έκλεινε την πόρτα παραλίγο θα την είχαν κάνει να κοκκινίσει. Φυσικά και ήξεραν ότι δεν έπρεπε να μιλήσουν. Αλλά στους άνδρες μερικές φορές έπρεπε να θυμίζεις και τα πιο απλά πράγματα, ακόμα και στον Θομ. «Νυνάβε, πώς στο Φως», άρχισε να λέει, γυρνώντας, και σταμάτησε, μόλις είδε τη λάμψη του σαϊντάρ να περιβάλλει τη γονατισμένη γυναίκα.

«Που να καεί!» μούγκρισε η Νυνάβε, διαβιβάζοντας με μανία. «Να καίγεται παντοτινά που το έκανε αυτό!» Η Ηλαίην αναγνώρισε τις ροές που υφαίνονταν για Θεραπεία, αλλά τίποτα παραπάνω. «Θα τη βρω, Μπιργκίτε», μουρμούρισε η Νυνάβε. Κυριαρχούσαν οι ίνες Αέρα, όμως υπήρχε ακόμα Νερό και Αέρας, επίσης Γη και Φωτιά. Έμοιαζε περίπλοκο σαν να κεντούσες ένα φόρεμα με το κάθε χέρι σου και άλλα δύο με τα πόδια. Με τα μάτια δεμένα. «Θα το πληρώσει αυτό». Η λάμψη που άστραφτε γύρω από τη Νυνάβε δυνάμωνε συνεχώς, ώσπου έγινε πιο δυνατή από τις λάμπες, ώσπου πονούσε κι έπρεπε να την κοιτάζεις με μισόκλειστα μάτια. «Το ορκίζομαι! Μα το Φως και την ελπίδα σωτηρίας και αναγέννησής μου, θα την κάνω το πληρώσει!» Ο θυμός στη φωνή της άλλαξε, έγινε βαθύτερος. «Δεν γίνεται τίποτα. Δεν υπάρχει κάτι στραβό πάνω της να το Θεραπεύσω. Είναι μια χαρά, καλύτερα δεν γίνεται. Αλλά πεθαίνει. Αχ, Φως μου, τη νιώθω να ξεγλιστρά. Που να καεί η Μογκέντιεν! Να καεί! Και να καώ κι εγώ μαζί της!» Δεν τα παρατούσε όμως. Η ύφανση συνεχίστηκε, με πολύπλοκες ροές που υφαίνονταν μέσα στη Μπιργκίτε. Κι αυτή κειτόταν εκεί, με τη χρυσή πλεξούδα να κρέμεται από την άκρη του κρεβατιού, το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει ολοένα και πιο αργά.

«Μπορώ να κάνω κάτι που ίσως βοηθήσει», είπε αργά η Ηλαίην. Κανονικά έπρεπε να έχεις άδεια γι’ αυτό, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποτε γινόταν σχεδόν εξίσου συχνά χωρίς άδεια. Δεν υπήρχε λόγος να μην πετύχει με μια γυναίκα. Μόνο που δεν είχε ακούσει να το κάνουν παρά μονάχα σε άνδρες.

«Σύνδεση;» Η Νυνάβε δεν τράβηξε το βλέμμα από τη γυναίκα στο κρεβάτι, ούτε έπαψε να προσπαθεί με τη Δύναμη. «Ναι. Θα πρέπει να το κάνεις —εγώ δεν ξέρω πώς― αλλά άσε με να σε καθοδηγώ. Δεν καταλαβαίνω ούτε τα μισά απ’ όσα κάνω αυτή τη στιγμή, αλλά ξέρω ότι μπορώ να το κάνω. Εσύ δεν θα μπορούσες να Θεραπεύσεις ούτε μελανιά».

Η Ηλαίην έσφιξε τα χείλη, αλλά άφησε την παρατήρηση ασχολίαστη. «Όχι σύνδεση». Ήταν εκπληκτική η ποσότητα του σαϊντάρ που είχε τραβήξει μέσα της η Νυνάβε. Αν δεν μπορούσε να θεραπεύσει μ’ αυτήν την Μπιργκίτε, τότε αυτό που μπορούσε να προσθέσει η Ηλαίην δεν θα άλλαζε τίποτα. Μαζί, θα ήταν δυνατότερες απ’ όσο χωριστά, αλλά όχι τόσο όσο αν οι δυνάμεις τους απλώς προστίθονταν. Εκτός αυτού, δεν ήξερε αν μπορούσε να συνδεθεί. Μόνο μια φορά είχε συνδεθεί, και το είχε κάνει μια Άες Σεντάι, περισσότερο για να της δείξει πώς ήταν παρά πώς γινόταν. «Σταμάτα, Νυνάβε. Μόνη σου είπες ότι δεν φέρνει αποτέλεσμα. Σταμάτα και άσε με να δοκιμάσω. Αν δεν δουλέψει, τότε μπορείς να...» Μπορούσε να κάνει τι; Αν η Θεραπεία πετύχαινε, θα ήταν εντάξει· αν όχι... Δεν υπήρχε νόημα να ξαναδοκιμάσει, αν αποτύχαινε.

«Τι να δοκιμάσεις;» είπε κοφτά η Νυνάβε, αλλά παραμέρισε αδέξια, αφήνοντας την Ηλαίην να πλησιάσει. Η ύφανση της Θεραπείας ξεθώριασε, όχι όμως η λαμπερή άλως.

Η Ηλαίην, αντί να απαντήσει, ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο της Μπιργκίτε. Η φυσική επαφή ήταν αναγκαία για κάτι τέτοιο, όπως γινόταν και με τη Θεραπεία, και τις δυο φορές που το είχε δει να γίνεται στον Πύργο, η Άες Σεντάι είχε αγγίξει το μέτωπο του άνδρα. Οι ροές του Πνεύματος που ύφανε ήταν πολύπλοκες, αν και όχι τόσο περίπλοκες όσο της Νυνάβε πριν από μια στιγμή. Μόλις που καταλάβαινε μερικά απ’ όσα έκανε, και κάποια άλλα δεν τα καταλάβαινε καθόλου, αλλά πρόσεχε πολύ, από κει που κρυβόταν, τη μορφή της ύφανσης. Την παρακολουθούσε από κοντά, επειδή είχε φτιάξει ένα απόθεμα παραμυθιών στο μυαλό της, είχε φτιάξει χαζά ρομάντζα εκεί που ήταν τόσο σπάνια. Μετά από μια στιγμή, κάθισε στο άλλο κρεβάτι και άφησε το σαϊντάρ.