Η Νυνάβε την κοίταξε συνοφρυωμένη, και μετά έσκυψε να εξετάσει την Μπιργκίτε. Η αναίσθητη γυναίκα είχε λίγο καλύτερο χρώμα τώρα και η ανάσα της ήταν κάπως δυνατότερη. «Τι έκανες, Ηλαίην;» Η Νυνάβε δεν τράβηξε το βλέμμα από την Μπιργκίτε, αλλά η λάμψη γύρω της έσβησε αργά. «Δεν ήταν Θεραπεία. Νομίζω ότι τώρα θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ, αλλά δεν ήταν Θεραπεία».
«Θα ζήσει;» ρώτησε ξεψυχισμένα η Ηλαίην. Δεν υπήρχε ορατός σύνδεσμος ανάμεσα στην ίδια και την Μπιργκίτε, δεν υπήρχαν ροές, αλλά ένιωθε την αδυναμία της άλλης γυναίκας. Μια τρομερή αδυναμία. Θα καταλάβαινε τη στιγμή που πέθαινε η Μπιργκίτε, ακόμα κι αν κοιμόταν ή αν ήταν εκατοντάδες μίλια μακριά.
«Δεν ξέρω. Δεν χάνεται πια, αλλά δεν ξέρω». Η κούραση μαλάκωσε τη φωνή της Νυνάβε, και ο πόνος άφηνε το ίχνος του, σαν να μοιραζόταν κι αυτή τα τραύματα της Μπιργκίτε. Μορφάζοντας, σηκώθηκε και ξεδίπλωσε μια κουβέρτα με κόκκινες ρίγες, για να σκεπάσει τη γυναίκα που κειτόταν εκεί. «Τι ήταν αυτό που έκανες;»
Η Ηλαίην έμεινε βυθισμένη στη σιωπή, μέχρι που ήρθε κοντά της η Νυνάβε και κάθισε με κόπο στο κρεβάτι. «Δέσμευση», είπε τέλος η Ηλαίην. «Τη... δέσμευσα. Όπως κάνουν με τους Προμάχους». Η άλλη την κοίταξε, χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά της, και αυτή συνέχισε βιαστικά. «Με τη Θεραπεία δεν γινόταν τίποτα. Ξέρεις τα δώρα που απολαμβάνουν οι Πρόμαχοι από τη δέσμευση. Μεταξύ αυτών είναι η ρώμη, η ενέργεια. Μπορούν και συνεχίζουν εκεί που άλλοι σωριάζονται κάτω και πεθαίνουν, επιζούν από πληγές που θα σκότωναν οποιονδήποτε άλλο. Ήταν το μόνο που μπόρεσα να σκεφτώ».
Η Νυνάβε πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τι να πω, αν μη τι άλλο πέτυχε καλύτερα απ’ αυτό που έκανα. Μια γυναίκα Πρόμαχος. Τι θα σκεφτόταν άραγε ο Λαν αν το έβλεπε; Δεν υπάρχει λόγος να μην μπορεί να είναι Πρόμαχος. Αυτή είναι η μόνη γυναίκα που θα μπορούσε να γίνει Πρόμαχος». Μορφάζοντας, δίπλωσε τα πόδια κάτω από το σώμα της· το βλέμμα της ξανάπεφτε διαρκώς στην Μπιργκίτε. «Θα πρέπει να το κρατήσεις μυστικό. Αν μάθει κανείς ότι μια Αποδεχθείσα δέσμευσε Πρόμαχο, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες...»
Η Ηλαίην ανατρίχιασε. «Ξέρω», είπε απλά, με ένταση. Δεν ήταν από τα αδικήματα που επέφεραν σιγάνεμα, αλλά κάθε Άες Σεντάι θα την τιμωρούσε τόσο αυστηρά, που το σιγάνεμα θα ήταν προτιμότερο. «Νυνάβε, τι συνέβη;»
Στην αρχή της φάνηκε ότι η άλλη θα ξανάβαζε τα κλάματα, καθώς το σαγόνι της έτρεμε και τα χείλη της ανοιγόκλειναν. Όταν η Νυνάβε μίλησε, η φωνή της ήταν σκληρή σαν σίδερο, η έκφρασή της έδειχνε ανάμικτη οργή με δάκρυα τόσα που δεν θα κυλούσαν ποτέ. Είπε την ιστορία απλά, σχεδόν σχηματικά, ώσπου κατέληξε στην εμφάνιση της Μογκέντιεν ανάμεσα στις άμαξες. Από κει, τα είπε με οδυνηρές λεπτομέρειες.
«Θα ’πρεπε να είμαι μελανιασμένη από το λαιμό και κάτω», είπε στο τέλος πικρά, αγγίζοντας το λείο, ανέγγιχτο μπράτσο της. Μπορεί να ήταν ανέγγιχτο, αλλά αυτή πήρε μια ξαφνική έκφραση πόνου. «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν φαίνεται τίποτα. Τις νιώθω, αλλά μου αξίζουν, εξαιτίας της ανόητης, της χαζής περηφάνιας μου. Επειδή φοβόμουν τόσο, που δεν έκανα αυτό που έπρεπε. Μου άξιζε να κρεμαστώ σαν χοιρομέρι που το καπνίζουν. Αν υπήρχε δικαιοσύνη, θα κρεμόμουν ακόμα εκεί, και η Μπιργκίτε δεν θα κειτόταν στο κρεβάτι μ’ εμάς να αναρωτιόμαστε αν θα ζήσει ή όχι. Μακάρι να ήξερα περισσότερα. Μακάρι να είχα τις γνώσεις της Μογκέντιεν για πέντε λεπτά, για να τη Θεραπεύσω. Είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσα να το κάνω».
«Αν κρεμόσουν ακόμα εκεί», είπε πρακτικά η Ηλαίην, «σε λίγο θα ξυπνούσες και θα με θωράκιζες. Είμαι σίγουρη ότι η Μογκέντιεν θα φρόντιζε να είσαι αρκετά θυμωμένη για να διαβιβάσεις —μην ξεχνάς ότι μας ξέρει όλες καλά― και αμφιβάλω αν θα υποψιαζόμουν τίποτα προτού το κάνεις. Δεν θα μ’ άρεσε καθόλου να με σύρεις στη Μογκέντιεν, και πιστεύω ότι ούτε εσένα θα σου άρεσε». Η άλλη δεν την κοίταζε. «Πρέπει να ήταν ένας σύνδεσμος, Νυνάβε, σαν το α’ντάμ. Έτσι σε έκανε να νιώσεις πόνο δίχως να σου αφήσει σημάδι». Η Νυνάβε καθόταν μουτρωμένη, μ’ ένα άγριο βλέμμα. «Νυνάβε, η Μπιργκίτε είναι ζωντανή. Έκανες ό,τι μπορούσες γι’ αυτήν, και, Φωτός θέλοντος, θα ζήσει. Η Μογκέντιεν της το έκανε, όχι εσύ. Ο στρατιώτης που θεωρεί ότι είναι δικό του το φταίξιμο για τους συντρόφους του που έπεσαν στη μάχη, είναι ανόητος. Εσύ κι εγώ είμαστε στρατιώτες σε μια μάχη, αλλά δεν είσαι ανόητη, οπότε σταμάτα να φέρεσαι έτσι».