Выбрать главу

Ο Μπράυν αναρωτήθηκε αν αυτός ήταν ο λόγος που είχε ξεσηκωθεί και ο ίδιος. Παραήταν μεγάλος για να κυνηγά δυο όμορφα ματάκια μιας γυναίκας που μπορούσε να είναι κόρη του. Ίσως και εγγονή του. Δεν είμαι τόσο βλάκας, σκέφτηκε με πείσμα. Η Κάραλιν θα έκανε καλύτερα κουμάντο εδώ χωρίς να μπλέκεται κι αυτός στα πόδια της.

Ένα λεπτό ρούσο μουνούχι ήρθε καλπάζοντας από τη σειρά των βαλανιδιών που οδηγούσε στο δρόμο, και ο καβαλάρης πήδηξε από τη σέλα πριν το ζώο σταματήσει τελείως· ο άνθρωπος παραπάτησε αλλά κατάφερε να φέρει τη γροθιά στην καρδιά, χαιρετώντας όπως άρμοζε. Ο Μπάριμ Χάλε, ο οποίος είχε υπηρετήσει μαζί του ως ανώτερος διμοιρίτης πριν από χρόνια, είχε σκληρό, νευρώδες σώμα, και κεφάλι σαν τραχύ αυγό με άσπρα φρύδια που πάσχιζαν να αναπληρώσουν την έλλειψη μαλλιών. «Σε ανακάλεσαν στο Κάεμλυν, Στρατηγέ μου;» είπε λαχανιασμένος.

«Όχι», έκανε ο Μπράυν, πιο κοφτά από το κανονικό. «Τι θες κι έρχεσαι καλπάζοντας σαν να σε έχει πάρει στο κατόπι το Καιρχινό ιππικό;» Τα άλλα άλογα είχαν αρχίσει να ταράζονται, νιώθοντας τη διάθεση του μουνουχιού.

«Ποτέ δεν τρέχαμε τόσο, εκτός αν τους κυνηγούσαμε, Άρχοντά μου». Το χαμόγελο του Μπάριμ ξεψύχησε, όταν είδε ότι ο Μπράυν δεν γελούσε. «Να, άρχοντά μου, είδα τα άλογα και φαντάστηκα―» Έριξε άλλη μια ματιά στο πρόσωπο του Μπράυν και κατάπιε τα λόγια του. «Να, η αλήθεια είναι ότι έχω κι εγώ μερικά νέα. Ήμουνα στο Νέο Μπρημ, για να δω την αδερφή μου, κι άκουσα πράματα και θάματα».

Το Νέο Μπρημ ήταν παλαιότερο από το Άντορ —το “παλιό” Μπρημ είχε καταστραφεί στους Πολέμους των Τρόλοκ, χίλια χρόνια πριν από τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο― και ήταν καλό μέρος για να μάθεις νέα. Ήταν μια μεσαίου μεγέθους συνοριακή πόλη, ανατολικά των κτημάτων του, στο δρόμο που οδηγούσε από το Κάεμλυν στην Ταρ Βάλον. Ακόμα και με τη στάση που είχε τώρα η Μοργκέις, οι έμποροι διατηρούσαν το δρόμο ανοιχτό και πολυσύχναστο. «Άντε, πες το, άνθρωπέ μου. Αν άκουσες νέα, τι είναι;»

«Να, πασχίζω να σκεφτώ από πού να ξεκινήσω, Άρχοντά μου.» Ο Μπάριμ ασυναίσθητα κορδώθηκε, σαν να έδινε αναφορά. «Το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, που λένε είναι ότι έπεσε το Δάκρυ. Οι Αελίτες κατέλαβαν την ίδια την Πέτρα και το Ανέγγιχτο Σπαθί αγγίχτηκε. Κάποιος το τράβηξε, λένε».

«Το τράβηξε Αελίτης;» είπε ο Μπράυν χωρίς να πιστεύει στα αυτιά του. Οι Αελίτες προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να αγγίξουν σπαθί· το είχε δει να συμβαίνει στον Πόλεμο των Αελιτών. Αν και λεγόταν ότι το Καλαντόρ δεν ήταν πραγματικό σπαθί. Ό,τι κι αν σήμαινε αυτό.

«Δεν είπαν, Άρχοντά μου. Άκουσα ονόματα· κάποιος Ρεν, κάτι τέτοιο, πιο πολύ αυτό ακούγεται. Μα το λέγανε σαν να ήταν γεγονός, όχι φήμη. Σαν να το ήξερε όλος ο κόσμος».

Το μέτωπο του Μπράυν ζάρωσε με μια κατσούφικη έκφραση. Ήταν κάτι παραπάνω από ενοχλητικό, αν ήταν αλήθεια Αν είχε τραβηχτεί το Καλαντόρ, τότε ο Δράκοντας είχε Αναγεννηθεί. Σύμφωνα με τις Προφητείες, αυτό σήμαινε ότι πλησίαζε η Τελευταία Μάχη, ότι ο Σκοτεινός δραπέτευε. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας θα έσωζε τον κόσμο, έτσι έλεγαν οι Προφητείες. Και θα τον κατέστρεφε. Αυτά τα νέα και μόνα τους αρκούσαν για να έρθει καλπάζοντας ο Χάλε, ακόμα κι αν είχε καθίσει να το σκεφτεί δεύτερη φορά.

Όμως ο φίλος με το τραχύ πρόσωπο δεν είχε τελειώσει. «Τα νέα που έφτασαν από την Ταρ Βάλον δεν είναι πιο ασήμαντα, Άρχοντά μου. Λένε ότι υπάρχει καινούρια Έδρα της Άμερλιν. Η Ελάιντα, Άρχοντά μου, που ήταν σύμβουλος της Βασίλισσας». Ο Χάλε ξαφνικά έπαιξε τα μάτια και συνέχισε βιαστικά· η Μοργκέις ήταν απαγορευμένο θέμα, και το ήξεραν όλοι άνδρες στο κτήμα, αν και ο Μπράυν δεν είχε πει ποτέ τίποτα. «Λένε ότι η παλιά Άμερλιν, η Σιουάν Σάντσε, σιγανεύτηκε και εκτελέστηκε. Και έχει πεθάνει επίσης και ο Λογκαίν. Εκείνος ο ψεύτικος Δράκοντας που τον έπιασαν και τον ειρήνεψαν πέρυσι. Το έλεγαν σαν να ήταν αληθινό, Άρχοντά μου. Μερικοί λένε ότι βρίσκονταν στο Ταρ Βάλον όταν έγιναν όλα αυτά».

Ο Λογκαίν δεν ήταν σπουδαίο νέο, παρ’ όλο που είχε ξεκινήσει πόλεμο στην Γκεάλνταν ισχυριζόμενος πως ήταν ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Τα τελευταία χρόνια είχαν εμφανιστεί αρκετοί ψεύτικοι Δράκοντες. Αυτός όμως μπορούσε να διαβιβάσει· ήταν γεγονός. Μέχρι που τον είχαν ειρηνέψει οι Άες Σεντάι. Ε, δεν ήταν ο πρώτος άνδρας που έπιαναν και ειρήνευαν, που τον απέκοβαν από τη Δύναμη ώστε να μην μπορεί να διαβιβάσει ποτέ πια. Λεγόταν ότι οι άνδρες σαν αυτόν, είτε ήταν ψεύτικοι Δράκοντες είτε κακόμοιροι ανόητοι που τα είχε βάλει μαζί τους το Κόκκινο Άτζα, ποτέ δεν ζούσαν πολύ καιρό μετά. Λεγόταν ότι έχαναν τη θέληση να ζήσουν.