Η Νυνάβε τότε την κοίταξε, μ’ ένα κατσουφιασμένο βλέμμα που κράτησε μόνο μια στιγμή προτού κοιτάξει από την άλλη μεριά. «Δεν καταλαβαίνεις». Η φωνή της έσβησε, έγινε ψίθυρος. «Ήταν... ένας από τους ήρωες που είναι δεσμευμένοι στον Τροχό του Χρόνου, που το πεπρωμένο τους είναι να γεννιούνται και να ξαναγεννιούνται για να δημιουργήσουν θρύλους. Αυτή τη φορά, Ηλαίην, η Μπιργκίτε δεν γεννήθηκε. Ξεριζώθηκε από τον Τελ’αράν’ριοντ, εκεί που στεκόταν. Είναι ακόμα δεσμευμένη στον Τροχό; Ή μήπως ξεριζώθηκε κι απ’ αυτόν; Ξεριζώθηκε απ’ αυτό που κέρδισε με το κουράγιο της, επειδή εγώ ήμουν τόσο περήφανη, ανόητη σαν άνδρας, που την έκανα θήραμα για τη Μογκέντιεν;»
Η Ηλαίην έλπιζε να μην είχαν περάσει ακόμα από το νου της Νυνάβε αυτές οι ερωτήσεις, να είχε συνέλθει λιγάκι πρώτα. «Ξέρεις πόσο άσχημα πληγωμένη ήταν η Μογκέντιεν; Ίσως να είναι νεκρή».
«Ελπίζω όχι», είπε η άλλη, σχεδόν γρυλίζοντας. «Θέλω να την κάνω να πληρώσει γι’ αυτό...» Πήρε μια βαθιά ανάσα, αλλά, αντί να νιώσει καλύτερα, φάνηκε να καμπουριάζει. «Εγώ δεν θα τη θεωρούσα νεκρή. Το βέλος της Μπιργκίτε δεν τη βρήκε στην καρδιά. Είναι θαύμα που κατάφερε να πετύχει τη Μογκέντιεν, έτσι που παραπατούσε. Εγώ δεν θα μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, αν με είχαν πετάξει τόσο μακριά, αν είχα αναπηδήσει έτσι. Δεν μπορούσα καν να σταθώ ύστερα απ’ αυτό που μου έκανε η Μογκέντιεν. Όχι, είναι ζωντανή, και καλά θα κάνουμε να υπολογίζουμε ότι θα Θεραπεύσει την πληγή της και θα αρχίσει να μας ξανακυνηγά όταν ξημερώσει».
«Έστω κι έτσι, θα χρειαστεί ανάπαυση, Νυνάβε. Το ξέρεις. Ξέρει πού είμαστε; Απ’ ό,τι είπες, δεν πρόλαβε να δει τίποτα παραπάνω εκτός του ότι πρόκειται για θηριοτροφείο».
«Αν άραγε είδε περισσότερα;» Η Νυνάβε έτριβε τους κροτάφους της, σαν να δυσκολευόταν να σκεφτεί. «Αν άραγε ξέρει ακριβώς πού είμαστε; Μπορεί να στείλει Σκοτεινόφιλους στο κατόπι μας. Ή να στείλει μήνυμα σε Σκοτεινόφιλους στη Σαμάρα».
«Ο Λούκα είναι εκτός εαυτού, επειδή έχουν ήδη μαζευτεί έντεκα θηριοτροφεία γύρω από την πόλη και άλλα τρία περιμένουν να περάσουν τη γέφυρα. Νυνάβε, θα κάνει μέρες για να ανακτήσει τις δυνάμεις της μετά από μια τέτοια πληγή, ακόμα κι αν βρει κάποια Μαύρη αδελφή να τη Θεραπεύσει, ή κάποιον άλλο Αποδιωγμένο. Και θα κάνει μέρες ακόμα για να ψάξει σε δεκαπέντε θηριοτροφεία. Δεκαπέντε, αν δεν υπάρχουν άλλα στο δρόμο πίσω μας ή αν δεν έρχονται άλλα από την Αλτάρα. Αν μας ακολουθήσει ή αν στείλει Σκοτεινόφιλους, ό,τι και να γίνει, είμαστε προειδοποιημένες κι έχουμε μέρες για να βρούμε πλοίο να μας κατεβάσει στο ποτάμι». Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, ενώ σκεφτόταν. «Έχεις τίποτα να βάψεις τα μαλλιά σου σε κείνο το σακίδιο με τα βότανα; Πάω στοίχημα ό,τι θέλεις πως στον Τελ’αράν’ριοντ είχες τα μαλλιά πλεξούδα. Τα δικά μου εκεί έχουν πάντα το αληθινό τους χρώμα. Αν τα δικά σου είναι λυτά, όπως τώρα, κι έχουν άλλο χρώμα, θα είναι ακόμα πιο δύσκολο να μας βρουν».
«Παντού Λευκομανδίτες», αναστέναξε η Νυνάβε. «Ο Γκάλαντ. Ο Προφήτης. Πλοία πουθενά. Λες και τα πάντα συνωμοτούν για να μας κρατήσουν εδώ για τη Μογκέντιεν. Είμαι τόσο κουρασμένη, Ηλαίην. Κουράστηκα να φοβάμαι ποιος θα μας περιμένει στην επόμενη στροφή. Κουράστηκα να φοβάμαι τη Μογκέντιεν. Το μυαλό μου δεν μπορεί να σκεφτεί τι να κάνω μετά. Τα μαλλιά μου; Τίποτα που θα τα έβαφε σε χρώμα που να θέλω».
«Χρειάζεσαι ύπνο», είπε σταθερά η Ηλαίην. Χωρίς το δαχτυλίδι. Δώσ’ το μου». Η άλλη δίστασε, όμως η Ηλαίην απλώς περίμενε με το χέρι απλωμένο, ώσπου η Νυνάβε ψάρεψε το πέτρινο δαχτυλίδι με τις πιτσιλιές χρώματος από το λαιμό της. Η Ηλαίην το έχωσε στο πουγκί της και συνέχισε. «Τώρα ξάπλωσε εκεί και θα προσέχω εγώ την Μπιργκίτε».
Η Νυνάβε κοίταξε για μια στιγμή τη γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη στο άλλο κρεβάτι, και κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Θέλω... θέλω να μείνω μόνη. Να περπατήσω». Σηκώθηκε μουδιασμένη, σαν να την είχαν δείρει πραγματικά, πήρε το σκούρο μανδύα της από το κρεμαστάρι του και τον έριξε πάνω από την καμιζόλα της. Στην πόρτα, κοντοστάθηκε. «Σε περίπτωση που θα θελήσει να με σκοτώσει», είπε ζοφερά, «δεν ξέρω αν θα της αντιστεκόμουν». Βγήκε στη νύχτα ξυπόλητη, με λυπημένο πρόσωπο.
Η Ηλαίην δίστασε, μην ξέροντας ποια από τις δύο γυναίκες είχε περισσότερο την ανάγκη της, και μετά έμεινε εκεί που καθόταν. Ό,τι και να έλεγε, δεν θα έκανε τη Νυνάβε να νιώσει καλύτερα, αλλά είχε πίστη στην αντοχή της. Αν έμενε μόνη να ξεδιαλύνει τα πράγματα στο νου της, θα έβλεπε ότι το φταίξιμο ήταν της Μογκέντιεν, όχι δικό της. Θα το καταλάβαινε, έπρεπε.