36
Ένα Καινούριο Όνομα
Η Ηλαίην κάθισε εκεί αρκετή ώρα, παρακολουθώντας την Μπιργκίτε να κοιμάται. Έμοιαζε πράγματι να κοιμάται. Κάποια στιγμή είχε σαλέψει, μουρμουρίζοντας με απελπισμένη φωνή, «Περίμενέ με, Γκάινταλ! Περίμενε. Έρχομαι, Γκάινταλ. Περίμ...» Τα λόγια της έσβησαν και άφησαν πίσω την αργή ανάσα της. Ήταν δυνατότερη; Ακόμα φαινόταν άρρωστη, στα τελευταία της. Καλύτερα από πριν βέβαια, αλλά ακόμα χλωμή, με το δέρμα τραβηγμένο.
Έπειτα από μια ώρα περίπου, η Νυνάβε ξαναγύρισε, με τα πόδια βρώμικα. Στα μάγουλά της έλαμπαν δάκρυα που ακόμα δεν είχαν στεγνώσει. «Δεν μπορούσα να μείνω έξω», είπε, αφήνοντας πάλι το μανδύα στο κρεμαστάρι. «Κοιμήσου εσύ. Θα την προσέχω εγώ, Πρέπει να την προσέχω».
Η Ηλαίην σηκώθηκε αργά, σιάζοντας τα φουστάνια της. Ίσως, αν πρόσεχε για λίγο την Μπιργκίτε, αυτό να βοηθούσε τη Νυνάβε να ξεδιαλύνει τα πράγματα. «Ούτε κι εγώ έχω όρεξη για ύπνο». Ήταν κατάκοπη, αλλά δεν νύσταζε πια. «Λέω να κάνω κι εγώ έναν περίπατο». Η Νυνάβε απλώς ένευσε, καθώς έπαιρνε τη θέση της Ηλαίην στο κρεβάτι, με τα σκονισμένα πόδια να κρέμονται από την άκρη, το βλέμμα καρφωμένο στην Μπιργκίτε.
Προς έκπληξη της Ηλαίην, ούτε ο Θομ και ο Τζούιλιν κοιμούνταν. Είχαν ανάψει μια μικρή φωτιά πλάι στην άμαξα και κάθονταν γύρω της, ο ένας απέναντι από τον άλλο, σταυροπόδι στο χώμα, καπνίζοντας τις πίπες με τα μακριά επιστόμια. Ο Θομ είχε βάλει το πουκάμισο στο παντελόνι, και ο Τζούιλιν είχε φορέσει το σακάκι του, αν και χωρίς πουκάμισο, και είχε γυρίσει τα μανίκια. Η Ηλαίην κοίταξε ολόγυρα προτού καθίσει μαζί τους. Κανείς δεν σάλευε στην κατασκήνωση, που ήταν σκοτεινή, με μόνη εξαίρεση το φως από αυτή τη φωτιά και τη λάμψη από τις λάμπες στα παράθυρα της άμαξάς τους.
Οι άνδρες δεν είπαν τίποτα όσο αυτή έσιαζε τα φουστάνια της· και μετά ο Τζούιλιν κοίταξε τον Θομ, που ένευσε, και ο ληστοκυνηγός πήρε κάτι από το χώμα και της το έδειξε. «Το βρήκα εκεί που κειτόταν η κοπέλα», είπε ο μελαψός άνδρας. «Σαν να είχε πέσει από το χέρι της».
Η Ηλαίην πήρε αργά το ασημένιο βέλος. Ακόμα και τα φτερά της ουράς έμοιαζαν ασημένια.
«Είναι χαρακτηριστικό», είπε ο Θομ με τόνο φιλικής συζήτησης μασώντας την πίπα του. «Αν το συνδυάσεις και με την πλεξούδα... Για κάποιο λόγο, όλα τα παραμύθια τη μνημονεύουν. Μολονότι έχω βρει μερικά που νομίζω πως μιλάνε για την κοπέλα αυτή με άλλο όνομα, τα οποία δεν λένε για πλεξούδα. Και μερικά που την αναφέρουν με άλλα ονόματα και με πλεξούδα».
«Δεν με νοιάζουν τα παραμύθια», είπε ο Τζούιλιν. Φαινόταν ατάραχος όσο κι ο Θομ. Αλλά βέβαια δεν ήταν εύκολο να ταραχτούν αυτοί οι δύο. «Αυτή είναι; Είναι άσχημη φάση, αν δεν είναι αυτή, μια κοπέλα να εμφανίζεται τσίτσιδη από το πουθενά μ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά... Πού μας μπλέξατε εσύ και η Ν... η Νάνα;» Πραγματικά κάτι τον βασάνιζε· ο Τζούιλιν δεν έκανε λάθη, και ποτέ δεν μπέρδευε τη γλώσσα του. Ο Θομ απλώς ρουφούσε την πίπα του, περιμένοντας.
Η Ηλαίην στριφογύρισε το βέλος στα χέρια, κάνοντας ότι το μελετούσε. «Είναι μια φίλη», είπε τελικά. Αν δεν την αποδέσμευε η Μπιργκίτε, και όχι πιο πριν, ίσχυε η υπόσχεση που είχε δώσει. «Δεν είναι Άες Σεντάι, αλλά μας βοηθάει». Την κοίταξαν, περιμένοντας να ακούσουν κι άλλα. «Γιατί δεν το δώσατε στη Νυνάβε;»
Άλλαξαν μια ματιά —οι άνδρες έμοιαζαν να κάνουν ολόκληρες συζητήσεις με το βλέμμα, τουλάχιστον μπροστά στις γυναίκες― λέγοντας καθαρά, σαν να το είχαν εκφράσει με λόγια, τι γνώμη είχαν για τα μυστικά της. Ειδικά όταν ήδη το ήξεραν σχεδόν στα σίγουρα. Μα είχε δώσει το λόγο της.
«Έμοιαζε αναστατωμένη», είπε ο Τζούιλιν, ρουφώντας συλλογισμένα την πίπα του, και ο Θομ έβγαλε τη δική του από το στόμα και φύσηξε μέσα από τα άσπρα μουστάκια του.
«Αναστατωμένη; Η γυναίκα βγήκε με την πουκαμίσα, φαινόταν χαμένη, και όταν ρώτησα αν μπορώ να τη βοηθήσω, δεν μου έβαλε τις φωνές. Έκλαψε στον ώμο μου!» Άγγιξε το λινό πουκάμισό του, μουρμουρίζοντας κάτι για υγρασία. «Ηλαίην, μου ζήτησε συγγνώμη για κάθε απότομη κουβέντα που μου έχει πει ποτέ, δηλαδή, τα μισά πράγματα που έχουν βγει από το στόμα της. Είπε ότι θα ’πρεπε να τη δείρουν με βίτσα, ή ίσως ότι την είχαν δείρει με βίτσα· σχεδόν παραμιλούσε. Είπε ότι ήταν δειλή, ότι ήταν μια ηλίθια πεισματάρα. Δεν ξέρω τι τρέχει, αλλά δεν είναι ο εαυτός της».
«Ήξερα κάποτε μια γυναίκα που φερόταν έτσι», είπε ο Τζούιλιν, κοιτώντας τη φωτιά, «Ξύπνησε και βρήκε διαρρήκτη στην κρεβατοκάμαρα της και τον μαχαίρωσε στην καρδιά. Αλλά, όταν άναψε τη λάμπα, είδε ότι ήταν ο άνδρας της. Το καράβι του είχε γυρίσει νωρίτερα στο μόλο. Μισό μήνα η γυναίκα τριγυρνούσε σαν τη Νυνάβε». Το στόμα του σφίχτηκε. «Μετά πήγε και κρεμάστηκε».