Выбрать главу

«Δεν θέλω να σου φορτώσω αυτό το βάρος, παιδί μου», πρόσθεσε καλοσυνάτα ο Θομ, «αλλά, αν υπάρχει βοήθεια γι’ αυτήν, είσαι η μόνη από μας που μπορείς να την προσφέρεις. Ξέρω πώς να κάνω έναν άνδρα να ξεχάσει τα βάσανά του. Του δίνεις μια απότομη κλωτσιά ή τον μεθάς και του βρίσκεις μια πόρ―» Άφησε ένα μουγκρητό, προσπαθώντας να κάνει ότι έβηχε, κι έστρωσε το μουστάκι του. Το μόνο κακό στο ότι την έβλεπε σαν θυγατέρα ήταν πως τώρα μερικές φορές την περνούσε για δωδεκάχρονη. «Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι δεν ξέρω τι να κάνω γι’ αυτό. Και, παρ’ όλο που ο Τζούιλιν ίσως δεν θα έλεγε όχι να την παίξει στα γόνατά του, αμφιβάλλω αν θα τον ευχαριστούσε γι’ αυτό».

«Θα προτιμούσα να χαϊδέψω πιράνχας», μουρμούρισε ο ληστοκυνηγός, αλλά όχι όσο τραχιά θα το έλεγε χθες. Ανησυχούσε όσο και ο Θομ, αν και δεν θα το παραδεχόταν όπως ο άλλος.

«Θα κάνω ό,τι μπορώ», τους καθησύχασε αυτή, στριφογυρίζοντας πάλι το βέλος. Ήταν καλοί άνθρωποι και δεν της άρεσε να τους λέει ψέματα, να τους κρύβει πράγματα. Εκτός, βεβαίως, αν ήταν απολύτως αναγκαίο. Η Νυνάβε ισχυριζόταν ότι έτσι έπρεπε να κουμαντάρεις τους άνδρες, για το καλό τους, όμως δεν ήταν ανάγκη να το παρατραβά κανείς. Δεν ήταν σωστό να οδηγείς κάποιον σε κινδύνους τους οποίους αγνοεί.

Έτσι, τους μίλησε. Για τον Τελ’αράν’ριοντ και τους Αποδιωγμένους που τριγυρνούσαν ελεύθεροι, για τη Μογκέντιεν. Φυσικά, δεν είπε τα πάντα. Ένιωθε ντροπή για μερικά γεγονότα στο Τάντσικο και δεν ήθελε να τα σκέφτεται. Τη δέσμευε η υπόσχεσή της σχετικά με την ταυτότητα της Μπιργκίτε, και δεν υπήρχε λόγος να αναφερθεί με λεπτομέρειες στο τι είχε κάνει η Μογκέντιεν στη Νυνάβε. Αυτό σήμαινε ότι ήταν πιο δύσκολο να εξηγήσει τα συμβάντα της αποψινής βραδιάς, όμως το κατάφερε. Τους είπε ό,τι κατά τη γνώμη της έπρεπε να ξέρουν, αρκετά για να αντιληφθούν για πρώτη φορά με τι πραγματικά τα είχαν βάλει.

Δεν ήταν μόνο το Μαύρο Άτζα —αυτό τους είχε κάνει να την κοιτάξουν σαν αλλήθωροι, όταν το άκουσαν― αλλά και οι Αποδιωγμένοι, και μία απ’ αυτούς πιθανότατα κυνηγούσε την ίδια και τη Νυνάβε. Τους ξεκαθάρισε επίσης ότι και αυτές με τη σειρά τους θα κυνηγούσαν τη Μογκέντιεν, κι ότι όποιος ήταν κοντά τους κινδύνευε να μπει ανάμεσα στον κυνηγό και στη λεία, όποιος κι αν ήταν ο κυνηγός, όποια κι αν ήταν η λεία.

«Τώρα που τα μάθατε», κατέληξε, «είναι δική σας η επιλογή αν θα μείνετε ή θα φύγετε». Το άφησε έτσι, και πρόσεξε να μην κοιτάξει τον Θομ. Έλπιζε σχεδόν απελπισμένα ότι ο Θομ θα έμενε, αλλά δεν θα του έδειχνε ότι το ζητούσε, ούτε καν με μια ματιά.

«Δεν σου έμαθα ούτε τα μισά απ’ όσα πρέπει να ξέρεις για να γίνεις ισάξια βασίλισσα με τη μητέρα σου», είπε εκείνος, προσπαθώντας να δείξει αψύς, αλλά το χάλασε, καθώς τίναζε μια τούφα βαμμένα μαύρα μαλλιά από το μάγουλο με το ροζιασμένο δάχτυλό του. «Δεν με ξεφορτώνεσαι τόσο εύκολα, μικρή μου. Θέλω να σε δω να παίζεις το Ντάες Νταε’μάρ στα δάχτυλα, ακόμα κι αν χρειαστεί να σου μιλάω στο αυτί μέχρι να κουφαθείς. Δεν σου έμαθα καν πώς να κρατάς μαχαίρι. Προσπάθησα να διδάξω τη μητέρα σου, αλλά εκείνη πάντα έλεγε ότι όταν ήταν ώρα για μαχαίρια, μπορούσε να βρει έναν άνδρα να κάνει αυτή τη δουλειά. Ανόητη αντίληψη».

Εκείνη έγειρε μπροστά και φίλησε το τραχύ μάγουλό του, και αυτός βλεφάρισε, σήκωσε ψηλά τα φουντωτά φρύδια του, και ύστερα χαμογέλασε κι έχωσε την πίπα στο στόμα.

«Μπορείς να φιλήσεις κι εμένα», είπε ο Τζούιλιν ξερά. «Ο Ραντ αλ’Θόρ θα μου κάνει τα σπλάχνα δόλωμα, αν δεν σε επιστρέψω σ’ αυτόν σώα, όπως σε είχα παραλάβει».

Η Ηλαίην σήκωσε το σαγόνι της. «Δεν θέλω να μείνεις μόνο για τον Ραντ αλ’Θόρ, Τζούιλιν». Θα την επέστρεφε; Τι ιδέα! «Θα μείνεις μόνο αν το θέλεις. Και δεν σε απαλλάσσω ― ούτε εσένα, Θομ!» —ο Θομ είχε χαμογελάσει πλατιά ακούγοντας το σχόλιο του ληστοκυνηγού― «από την υπόσχεση σου να ακολουθείς διαταγές». Η έκπληκτη ματιά του Θομ ήταν απόλαυση. Ξαναστράφηκε στον Τζούιλιν. «Θα ακολουθήσεις εμένα, και τη Νυνάβε φυσικά, έχοντας γνώση των κινδύνων που αντιμετωπίζουμε, αλλιώς μάζεψε τα πράγματά σου και τράβα όπου θέλεις με τον Σκάλκερ. Θα σου τον δώσω».

Ο Τζούιλιν ανακάθισε, στητός σαν στύλος, με το μελαψό του πρόσωπο να σκοτεινιάζει ακόμα περισσότερο. «Ποτέ στη ζωή μου δεν εγκατέλειψα γυναίκα που κινδυνεύει». Την έδειξε με την πίπα σαν όπλο. «Αν με διώξεις, θα σε πάρω στο κατόπι σαν ψαροπούλι που κυνηγά πρύμνη πλοίου».

Δεν ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε, αλλά ήταν καλύτερο από το τίποτα. «Πολύ καλά, λοιπόν». Σηκώθηκε, όρθωσε το κορμί της, με το ασημένιο βέλος χαμηλά στο πλευρό της, και δεν χαλάρωσε τον κάπως παγερό τρόπο της. Της φάνηκε ότι τελικά είχαν συνειδητοποιήσει ποιος ήταν επικεφαλής. «Δεν θ’ αργήσει να ξημερώσει». Άραγε ο Ραντ είχε πραγματικά το θράσος να πει στον Τζούιλιν να την «επιστρέψει»; Θα υπέφερε γι’ αυτό, και ο Θομ θα υπέφερε μαζί του, ένας λόγος παραπάνω για κείνο το χαμόγελο. «Σβήστε τη φωτιά και πηγαίνετε για ύπνο. Τώρα. Δεν θέλω δικαιολογίες, Θομ. Αν δεν κοιμηθείς, αύριο θα σέρνεσαι».