Выбрать главу

Άρχισαν υπάκουα να κλωτσούν χώμα στη φωτιά, αλλά, όταν η Ηλαίην έφτασε στα απλά ξύλινα σκαλοπάτια της άμαξας, άκουσε τον Θομ να λέει, «Καμιά φορά κάνει σαν τη μάνα της».

«Τότε χαίρομαι που δεν την έχω γνωρίσει», μούγκρισε ο Τζούιλιν. «Να πετάξουμε νόμισμα ποιος θα κάτσει σκοπός πρώτος;» Ο Θομ μουρμούρισε καταφατικά.

Εκείνη παραλίγο θα γυρνούσε πίσω, αλλά αντιθέτως χαμογέλασε αυθόρμητα. Άνδρες! Η σκέψη είχε μια στοργική χροιά. Η καλή διάθεσή της κράτησε μέχρι τη στιγμή που μπήκε μέσα.

Η Νυνάβε καθόταν εντελώς στην άκρη του κρεβατιού, στηριγμένη στα χέρια της, με τα μάτια να κλείνουν από μόνα τους καθώς κοίταζε την Μπιργκίτε. Τα πόδια της ήταν ακόμα λερωμένα.

Η Ηλαίην έβαλε το βέλος της Μπιργκίτε σε ένα ντουλάπι, πίσω από μερικά τραχιά σακιά με ξερά μπιζέλια. Ευτυχώς η Νυνάβε δεν της έριξε ματιά. Της φαινόταν ότι τώρα το ασημένιο βέλος ήταν το τελευταίο που χρειαζόταν να δει η Νυνάβε. Αλλά τι χρειαζόταν;

«Νυνάβε, πρέπει επιτέλους να πλύνεις τα πόδια σου και να πέσεις για ύπνο».

Η Νυνάβε κοίταξε προς το μέρος της, βλεφαρίζοντας νυσταγμένα. «Τα πόδια; Τι πράγμα; Πρέπει να την προσέχω».

Θα έπρεπε να γίνουν όλα με το μαλακό. «Τα πόδια σου, Νυνάβε. Είναι βρώμικα. Πλύν’ τα».

Η Νυνάβε έσμιξε τα φρύδια και κοίταξε τα λερωμένα πόδια της, και μετά ένευσε. Έγειρε τη μεγάλη άσπρη κανάτα για να ρίξει νερό στη λεκάνη, έχυσε αρκετό έξω καθώς πλενόταν κι ετοιμάστηκε να σκουπιστεί, αλλά μετά ξαναπήρε τη θέση της. «Πρέπει να την προσέχω. Σε περίπτωση... Σε περίπτωση... Μίλησε κάποια στιγμή. Ζητούσε τον Γκάινταλ».

Η Ηλαίην την έσπρωξε για να γείρει στο στρώμα. «Χρειάζεσαι ύπνο, Νυνάβε, Δεν μπορείς να κρατήσεις τα μάτια ανοιχτά».

«Μπορώ», μουρμούρισε μουτρωμένα η Νυνάβε, προσπαθώντας να ανακαθίσει κόντρα στα χέρια της Ηλαίην που την έσπρωχναν από τους ώμους. «Πρέπει να την προσέχω, Ηλαίην. Πρέπει».

Σε σύγκριση με τη Νυνάβε, οι δύο άνδρες έξω έμοιαζαν συνετοί και πειθήνιοι. Ακόμα κι αν η Ηλαίην αποφάσιζε να το κάνει, δεν υπήρχε τρόπος να μεθύσει τη Νυνάβε και να της βρει —στην περίπτωσή της, το κατάλληλο θα ήταν ένας ομορφούλης νεαρός. Άρα, έμενε μόνο η απότομη κλωτσιά. Η συμπόνια και η κοινή λογική δεν είχαν φέρει αποτέλεσμα. «Βαρέθηκα τα μούτρα και την αυτολύπηση, Νυνάβε», είπε με σταθερή φωνή. «Θα κοιμηθείς τώρα, και το πρωί δεν θα ξαναρχίσεις να λες πόσο δυστυχισμένη είσαι. Αν δεν μπορείς να φερθείς σαν μυαλωμένη γυναίκα, τότε θα ζητήσω από τη Σεράντιν να σου μαυρίσει και τα δύο μάτια, για εκείνο που σου γιάτρεψα. Ούτε καν μ’ ευχαρίστησες γι’ αυτό. Άντε κοιμήσου τώρα!»

Τα μάτια της Νυνάβε πλάτυναν με αγανάκτηση —τουλάχιστον δεν φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα― όμως η Ηλαίην της τα έκλεισε με τα δάχτυλά της. Έκλεισαν εύκολα, και παρά τα μαλακά μουρμουρητά διαμαρτυρίας, η βαθιά, αργή ανάσα του ύπνου ακολούθησε γρήγορα.

Η Ηλαίην χτύπησε απαλά τον ώμο της Νυνάβε προτού σηκωθεί. Ευχήθηκε ο ύπνος της να ήταν ειρηνικός και να έβλεπε στα όνειρα της τον Λαν, όμως κάθε είδος ύπνου θα ήταν προτιμότερο από την ξαγρύπνια. Πάσχισε να πνίξει το χασμουρητό της κι έσκυψε να δει τι κάνει η Μπιργκίτε. Δεν ήξερε αν είχε καλυτερέψει η ανάσα ή το χρώμα της. Δεν είχε τι άλλο να κάνει παρά μόνο να περιμένει και να ελπίζει.

Οι λάμπες δεν φαίνονταν να ενοχλούν τις δύο γυναίκες, έτσι τις άφησε αναμμένες και κάθισε στο πάτωμα ανάμεσα στα κρεβάτια. Θα τη βοηθούσαν να μείνει ξύπνια. Όχι ότι ήξερε γιατί άραγε έπρεπε να μείνει ξύπνια. Είχε κάνει ό,τι μπορούσε, όπως και η Νυνάβε. Δίχως να το σκεφτεί, έγειρε με την πλάτη στον μπροστινό τοίχο και το σαγόνι της βούλιαξε αργά στο στήθος της.

Το όνειρο ήταν ευχάριστο, μολονότι παράξενο. Ο Ραντ είχε γονατίσει μπροστά της κι αυτή ακουμπούσε το κεφάλι του και τον δέσμευε ως Πρόμαχό της. Ως έναν από τους Πρόμαχούς της· τώρα έπρεπε να διαλέξει το Πράσινο, μιας και είχε την Μπιργκίτε. Υπήρχαν κι άλλες γυναίκες εκεί, με πρόσωπα που άλλαζαν μέχρι να ρίξεις δεύτερη ματιά. Η Νυνάβε, η Μιν, η Μουαραίν, η Αβιέντα, η Μπερελαίν, η Αμάθιρα, η Λίαντριν, κι άλλες, τις οποίες δεν ήξερε. Όποιες κι αν ήταν, ήξερε ότι έπρεπε να τον μοιραστεί μαζί τους, επειδή στο όνειρο ήταν σίγουρη ότι αυτό ακριβώς είχε δει η Μιν. Δεν ήξερε πώς ένιωθε —μερικά από κείνα τα πρόσωπα ήθελε να τα γδάρει με τα νύχια της — αλλά, αν ήταν γραφτό από το Σχήμα, τότε θα έπρεπε να συμβεί. Όμως θα είχε απ’ αυτόν κάτι που δεν θα είχαν οι άλλες, το δεσμό μεταξύ Προμάχου και Άες Σεντάι.