«Πού είναι αυτό το μέρος;» είπε η Μπερελαίν, με κορακίσια μαλλιά, τόσο όμορφη που της Ηλαίην της ήρθε να της κάνει μια απειλητική γκριμάτσα. Η Μπερελαίν φορούσε το κόκκινο φόρεμα με το βαθύ ντεκολτέ που ο Λούκα ήθελε να φορέσει η Νυνάβε· πάντα φορούσε αποκαλυπτικά ρούχα. «Ξύπνα. Δεν είναι αυτός ο Τελ’αράν’ριοντ».
Η Ηλαίην ξύπνησε και βρήκε την Μπιργκίτε να σκύβει από το κρεβάτι, σφίγγοντάς της αδύναμα το μπράτσο. Το πρόσωπό της ήταν κάτωχρο, και μούσκεμα στον ιδρώτα, σαν να είχε πυρετό, αλλά τα γαλανά μάτια της την κοίταζαν στο πρόσωπο με οξύ, προσηλωμένο βλέμμα.
«Δεν είναι αυτός ο Τελ’αράν’ριοντ». Δεν ήταν ερώτηση, όμως η Ηλαίην ένευσε, και η Μπιργκίτε έγειρε στο κρεβάτι της με ένα μακρόσυρτο στεναγμό. «Θυμάμαι τα πάντα», ψιθύρισε. «Είμαι εδώ όπως είμαι, και θυμάμαι. Όλα άλλαξαν. Ο Γκάινταλ είναι εκεί έξω, κάπου, μωρό ή ίσως μικρό αγοράκι. Αλλά, αν τον βρω, τι θα λέει για μια γυναίκα που είναι αρκετά μεγάλη για να ’ναι μητέρα του;» Έτριψε θυμωμένα τα μάτια της, μουρμουρίζοντας, «Δεν κλαίω. Ποτέ δεν κλαίω. Το θυμάμαι αυτό, που να με βοηθήσει το Φως. Ποτέ δεν κλαίω».
Η Ηλαίην στάθηκε στα γόνατα πλάι στο κρεβάτι της άλλης γυναίκας. «Θα τον βρεις, Μπιργκίτε». Μίλησε χαμηλόφωνα. Η Νυνάβε ακόμα φαινόταν βυθισμένη στον ύπνο —ένα αδύναμο, τραχύ ροχαλητό ακουγόταν με κανονικό ρυθμό― αλλά χρειαζόταν ανάπαυση, όχι να τα αντιμετωπίσει ξανά όλα αυτά τώρα. «Με κάποιον τρόπο, θα τον βρεις. Και θα σε αγαπήσει. Το ξέρω».
«Νομίζεις ότι αυτό είναι το σημαντικό; Θα άντεχα να μην με αγαπήσει». Τα μάτια της που γυάλιζαν διέψευδαν τα λόγια της. «Θα με χρειαστεί, Ηλαίην, κι εγώ δεν θα είμαι εκεί. Πάντα είχε περισσότερο κουράγιο απ’ όσο πρέπει για το καλό του· πάντα εγώ είμαι η προσεκτική. Το χειρότερο είναι ότι θα περιπλανιέται, ψάχνοντας να με βρει, χωρίς να ξέρει τι ψάχνει, χωρίς να ξέρει γιατί νιώθει ανολοκλήρωτος. Πάντα είμαστε μαζί, Ηλαίην. Δύο μισά που φτιάχνουν ένα ολόκληρο». Τα δάκρυα ανέβλυσαν κύλησαν στο πρόσωπό της. «Η Μογκέντιεν είπε ότι θα με έκανε να κλαίω για πάντα, και...» Ξαφνικά, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της αλλοιώθηκαν· αδύναμοι, τραχείς λυγμοί βγήκαν σαν να ξεριζώνονταν από το λαιμό της.
Η Ηλαίην πήρε τη γυναίκα, που ήταν ψηλότερη, στην αγκαλιά της, μουρμουρίζοντας λόγια παρηγοριάς που ήξερε πως ήταν άχρηστα. Πώς θα ένιωθε αν της έπαιρναν τον Ραντ; Η σκέψη παραλίγο θα την έκανε να ακουμπήσει το κεφάλι πάνω στο κεφάλι της Μπιργκίτε και να κλάψει μαζί της.
Δεν ήξερε να πει πόση ώρα έκαναν τα δάκρυα της Μπιργκίτε να σταματήσουν, τελικά όμως εκείνη έσπρωξε την Ηλαίην και έγειρε πίσω, σκουπίζοντας τα μάγουλα με τα δάχτυλα της. «Ποτέ δεν το έκανα αυτό, εκτός απ’ όταν ήμουν παιδί. Ποτέ». Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε συνοφρυωμένη τη Νυνάβε, που κοιμόταν ακόμα στο άλλο κρεβάτι. «Την τραυμάτισε πολύ η Μογκέντιεν; Δεν έχω δει τόσο άσχημο ξύλο από τότε που ο Τούραγκ νίκησε τον Μάρις». Η Ηλαίην πρέπει να είχε δείξει ότι δεν καταλάβαινε, επειδή η Μπιργκίτε πρόσθεσε, «Σε μια άλλη Εποχή. Είναι πληγωμένη;»
«Όχι πολύ. Περισσότερο πνευματικά. Αυτό που έκανες τη βοήθησε να δραπετεύσει, αλλά αφού πρώτα...» Η Ηλαίην δεν μπορούσε να το πει. Υπήρχαν πολλές πληγές, ανοιχτές πληγές. «Κατηγορεί τον εαυτό της. Νομίζει ότι... όλα... είναι δικό της σφάλμα, επειδή σου ζήτησε να βοηθήσεις».
«Αν δεν μου το είχε ζητήσει, τώρα που μιλάμε η Μογκέντιεν θα τη δίδασκε να ικετεύει. Είναι παράτολμη σαν τον Γκάινταλ». Ο ξερός τόνος της Μπιργκίτε ερχόταν σε αντίθεση με τα βρεγμένα μάγουλά της. «Δεν με έπιασε από τα μαλλιά για να ανακατευτώ. Αν διεκδικεί την ευθύνη για τις συνέπειες, τότε διεκδικεί την ευθύνη για τις πράξεις μου». Αν μη τι άλλο, φαινόταν θυμωμένη. «Είμαι ελεύθερη γυναίκα, και έκανα τις επιλογές μου. Δεν πήρε αυτή αποφάσεις για μένα».
«Πρέπει να πω ότι το δέχεσαι καλύτερα... από μένα». Δεν μπορούσε να πει «καλύτερα από τη Νυνάβε». Ήταν αλήθεια εκείνο, όμως κι αυτό που είπε ήταν αλήθεια επίσης.
«Πάντα λέω ότι, αν είναι να ανέβεις στο ικρίωμα, χάρισε ένα αστείο στο πλήθος, ένα νόμισμα στον δήμιο, και, όταν πέσει η αγχόνη, να σε βρει μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη». Το χαμόγελο της Μπιργκίτε ήταν βλοσυρό. «Η Μογκέντιεν ετοίμασε την παγίδα, όμως ο σβέρκος μου είναι ακόμα γερός. Ίσως της κάνω έκπληξη, προτού πάψει να είναι». Το χαμόγελο έσβησε και τα φρύδια της έσμιξαν, καθώς κοίταζε εξεταστικά την Ηλαίην. «Μπορώ να σε... νιώσω. Νομίζω ότι θα μπορούσα να κλείσω τα μάτια και καταλάβω πού είσαι, ακόμα κι αν θα μας χώριζε ένα μίλι απόσταση».
Η Ηλαίην πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα. «Σε δέσμευσα ως Πρόμαχο», είπε γοργά. «Πέθαινες, και η Θεραπεία δεν βοηθούσε, και...» Η γυναίκα την κοίταζε. Δεν ήταν πια συνοφρυωμένη, αλλά το βλέμμα της ήταν ανησυχητικά διαπεραστικό. «Δεν είχα άλλη επιλογή, Μπιργκίτε. Αλλιώς θα είχες πεθάνει».