Выбрать главу

Πραγματικά χρειαζόταν ύπνο, όμως η Μπιργκίτε τον είχε ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη.. Η Ηλαίην χαμήλωσε τις λάμπες, βόλεψε την άλλη και την κοίμισε, αν και πριν η Μπιργκίτε επέμεινε να τη δει να βάζει ένα μαξιλάρι και κουβέρτες στο πάτωμα ανάμεσα στα κρεβάτια για να κοιμηθεί και η ίδια. Υπήρξε κάποια λογομαχία για το ποια θα κοιμόταν στο πάτωμα, όμως η Μπιργκίτε ήταν ακόμα αδύναμη και η Ηλαίην δεν δυσκολεύτηκε να την κάνει να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Δεν δυσκολεύτηκε πολύ. Τουλάχιστον το απαλό ροχαλητό της Νυνάβε δεν είχε διακοπεί ούτε στιγμή.

Η ίδια δεν κοιμήθηκε αμέσως, παρ’ όλο που έτσι είχε πει στην Μπιργκίτε. Η άλλη γυναίκα δεν θα μπορούσε να ξεμυτίσει από την άμαξα χωρίς ρούχα να φορέσει, και ήταν ψηλότερη από την Ηλαίην και τη Νυνάβε. Καθισμένη ανάμεσα στα κρεβάτια, η Ηλαίην άρχισε να ξηλώνει τον ποδόγυρο του σκουρόγκριζου μεταξωτού φορέματος ιππασίας της. Το πρωί δεν θα είχαν χρόνο παρά για μια γοργή δοκιμή και ράψιμο του καινούριου ποδόγυρου. Ο ύπνος την αγκάλιασε με τη δουλειά της μισοτελειωμένη.

Ξανάδε το όνειρο στο οποίο δέσμευε τον Ραντ, αρκετές φορές. Άλλοτε αυτός γονάτιζε πρόθυμα, και άλλοτε η Ηλαίην αναγκαζόταν να κάνει ό,τι είχε κάνει και με την Μπιργκίτε, φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να τρυπώσει στην κρεβατοκάμαρά του, ενώ αυτός κοιμόταν. Τώρα συχνά μια από τις άλλες γυναίκες ήταν η Μπιργκίτε. Αυτό δεν ενοχλούσε ιδιαιτέρως την Ηλαίην. Δεν την ενοχλούσε η παρουσία της Μπιργκίτε, ή της Μιν, ή της Εγκουέν, ή της Αβιέντα, ή της Νυνάβε ανάμεσά τους, αν και δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα έλεγε ο Λαν για την τελευταία. Οι άλλες γυναίκες, όμως... Μόλις είχε διατάξει την Μπιργκίτε, που φορούσε μανδύα Προμάχου με χρώματα που άλλαζαν, να τις πιάσει απ’ τα μαλλιά και να τις πάει στα μαγειρεία για τρία χρόνια, όταν ξαφνικά οι δύο γυναίκες είχαν αρχίσει να τη γρονθοκοπούν. Ξύπνησε και βρήκε ότι η Νυνάβε πατούσε πάνω της για να φτάσει στην Μπιργκίτε και να δει αν ήταν καλά. Στα μικρά παράθυρα φαινόταν το γκρίζο φως που προμηνούσε την αυγή.

Η Μπιργκίτε ξύπνησε και ισχυρίστηκε πως ήταν γερή και δυνατή, και επίσης πέθαινε της πείνας. Η Ηλαίην δεν ήξερε αν η Νυνάβε είχε περάσει την κρίση των τύψεών της. Δεν έτριβε τα χέρια αμήχανα, δεν μιλούσε καθόλου γι’ αυτό, όμως, όταν η Ηλαίην της έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπο και της εξήγησε για το θηριοτροφείο και το λόγο για τον οποίο έπρεπε να μείνουν κι άλλο εκεί, η Νυνάβε πήρε βιαστικά κόκκινα αχλάδια και κίτρινα μήλα, τα ξεφλούδισε και έβγαλε τους σπόρους, έκοψε τυρί σε φέτες, τα έβαλε σ’ ένα πιάτο και σέρβιρε την Μπιργκίτε, μαζί μ’ ένα κύπελλο νερωμένο κρασί με μέλι και μπαχαρικά. Θα την τάιζε μάλιστα, αν την άφηνε η Μπιργκίτε. Η Νυνάβε έλουσε η ίδια με λευκό χηνοπίπερο τα μαλλιά της Μπιργκίτε ώσπου έγιναν μελαχρινά σαν της Ηλαίην —η Ηλαίην φυσικά λούστηκε μόνη της― και της χάρισε τις καλύτερες κάλτσες και την καλύτερη πουκαμίσα της, αν κι έδειξε απογοητευμένη όταν φάνηκε ότι τα γοβάκια της Ηλαίην της ταίριαζαν καλύτερα. Στέγνωσαν με πετσέτα τα μαλλιά της Μπιργκίτε και τα έκαναν πλεξούδα, και μετά η Νυνάβε επέμεινε να τη βοηθήσει να φορέσει το γκρίζο μεταξωτό φόρεμά της —ήθελε άνοιγμα στους γοφούς και τον κόρφο, αλλά αυτό μπορούσε να περιμένει― και θέλησε μάλιστα να της ράψει η ίδια τον ποδόγυρο, ώσπου η Ηλαίην, κοιτώντας την απορημένα, την έκανε να υποχωρήσει και να πλυθεί και ίδια, μουρμουρίζοντας, καθώς ένιβε το πρόσωπό της, ότι ήξερε να ράβει μια χαρά. Όταν ήθελε.

Όταν επιτέλους βγήκαν έξω, το πρώτο χρυσό νυχάκι του ήλιου είχε ξεπροβάλει πάνω από τα δένδρα προς τα ανατολικά. Για λίγο, η μέρα φάνηκε απατηλά ευχάριστη. Δεν φαινόταν ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό, και το μεσημέρι ο αέρας θα ήταν καυτός, γεμάτος σκόνη.

Ο Θομ και ο Τζούιλιν έδεναν τα ζώα στην άμαξα, και ολόκληρη η κατασκήνωσε βούιζε από τις προετοιμασίες για την αναχώρηση. Ο Σκάλκερ ήταν ήδη σελωμένος, και η Ηλαίην σκέφτηκε ότι έπρεπε να τους πει πως σήμερα ήθελε να πάει καβάλα, προτού διεκδικούσε τη σέλα κάποιος από τους άνδρες. Ακόμα κι αν την προλάβαιναν όμως ο Θομ ή ο Τζούιλιν, δεν θα απογοητευόταν πολύ. Το απόγευμα θα υψοπερπατούσε για πρώτη φορά μπροστά σε κόσμο. Το κοστούμι που της είχε δείξει ο Λούκα την είχε κάνει να νιώσει κάποια νευρικότητα, τουλάχιστον όμως δεν γκρίνιαζε σαν τη Νυνάβε.

Ο Λούκα διέσχισε γοργά τους υπόλοιπους και τις πλησίασε, με τον κόκκινο μανδύα να ανεμίζει πίσω του, όλο φωνές, παραινέσεις και περιττές οδηγίες. «Λατέλ, ξύπνα τις παλιοαρκούδες! Τις θέλω όρθιες να μουγκρίζουν όταν θα περνάμε από τη Σαμάρα. Κλαρίν, αυτή τη φορά έχε το νου σου στα σκυλιά. Αν το σκάσει πάλι κανένα κυνηγώντας καμιά γάτα... Μπρου, προσέξτε εσύ και τα αδέλφια σου να κάνετε τα ακροβατικά σας ακριβώς μπροστά από την άμαξά μου. Θέλουμε μια εντυπωσιακή πομπή, όχι αγώνα για να δούμε ποιος κάνει τις πιο γρήγορες κωλοτούμπες! Σεράντιν, μάζεψε τα χοιράλογά σου. Θέλω ο κόσμος να μείνει με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη, όχι να το βάλει στα πόδια από το φόβο!»