Σταμάτησε στην άμαξά τους, μ’ ένα άγριο βλέμμα που απευθυνόταν εξίσου στη Νυνάβε και την Ηλαίην, με μια δόση να έχει απομείνει για την Μπιργκίτε. «Τι ευγενικό εκ μέρους σας που αποφασίσατε να έρθετε μαζί μας, κυρά Νάνα, Αρχόντισσα μου Μορέλιν. Νόμιζα ότι θα κοιμόσασταν ως το μεσημέρι». Έδειξε με το κεφάλι την Μπιργκίτε. «Κουβεντιάζουμε με κόσμο από την άλλη μεριά του ποταμού, ε; Δεν έχουμε χρόνο για επισκέπτες. Θέλω να ετοιμαστούμε και ως το μεσημέρι να έχουμε αρχίσει την παράσταση».
Η Νυνάβε στην αρχή πάγωσε από την επίθεση, στο τέλος της δεύτερης φράσης του όμως του αντιγύριζε στα ίσια τις άγριες ματιές. Όσο αμήχανη κι αν ήταν μπροστά στην Μπιργκίτε, αυτό δεν εμπόδιζε τα νεύρα της απέναντι στους άλλους. «Θα είμαστε έτοιμοι από τους πρώτους, και το ξέρεις καλά, Βάλαν Λούκα. Εκτός αυτού, μια-δυο ώρες δεν έχουν σημασία. Είναι τόσος κόσμος μαζεμένος στην άλλη όχθη του ποταμού, που, έστω κι αν έρθει ένας στους εκατό στην παράσταση σου, θα είναι περισσότεροι απ’ όσους ονειρεύτηκες ποτέ. Αν αποφασίσουμε να φάμε πρωινό με την άνεση μας, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να περιμένεις ξύνοντας τη μύτη σου. Αν μας αφήσεις πίσω, θα είναι εις βάρος σου».
Ήταν μια ωμή υπενθύμιση για τα εκατό χρυσά μάρκα που είχαν υποσχεθεί, αλλά αυτή τη φορά εκείνος δεν πτοήθηκε. «Κόσμος; Ποιος κόσμος! Τον κόσμο τον προσελκύεις, κυρά μου. Ο Τσιν Ακίμα έχει τρεις μέρες που είναι εκεί, κι έχει κάποιον που κάνει ταχυδακτυλουργικά με σπαθιά και τσεκούρια. Κι εννιά ακροβάτες. Εννιά! Μια γυναίκα, που πρώτη φορά ακούω γι’ αυτήν, έχει δύο ακροβάτισσες που κάνουν πράγματα στο τεντωμένο σχοινί, τα οποία θα έκαναν ακόμα και τους Τσαβάνα να γουρλώσουν τα μάτια. Άμα δεις το πλήθος που μαζεύεται, δεν θα το πιστέψεις. Η Σίλια Σεράνο έχει άνδρες με πρόσωπα βαμμένα όπως οι γελωτοποιοί της αυλής, που καταβρέχουν ο ένας τον άλλο με νερό και χτυπιούνται στο κεφάλι με ασκιά, και ο κόσμος πληρώνει καλά λεφτουδάκια για να τους δει!» Ξαφνικά τα μάτια του στένεψαν και εστίασαν στην Μπιργκίτε. «Μήπως θα ήθελες να βάψεις το πρόσωπό σου; Η Σίλια δεν έχει γυναίκα μεταξύ των γελωτοποιών της. Κάποιοι από τους αλογατάρηδες θα ήταν πρόθυμοι να το κάνουν. Δεν πονάει να σε βαράνε με φουσκωμένο ασκί, και θα σε πληρώσω...» Η φωνή του έσβησε, καθώς το συλλογιζόταν —όπως και η Νυνάβε, δεν του άρεσε να χαλάει λεφτά― και η Μπιργκίτε μίλησε στη σύντομη σιγή του.
«Δεν είμαι γελωτοποιός, και δεν πρόκειται να γελοιοποιηθώ. Είμαι τοξότρια».
«Τοξότρια», μουρμούρισε εκείνος, κοιτώντας την περίπλοκη λαμπερή μαύρη πλεξούδα που κρεμόταν πάνω από τον αριστερό ώμο της. «Μη μου πεις, σε λένε Μπιργκίτε. Τι είσαι; Καμία από τους βλάκες που κυνηγούν το Κέρας του Βαλίρ; Ακόμα κι αν υπάρχει αυτό το πράγμα, πόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να το βρει ένας από εσάς κι όχι κάποιος άλλος; Ήμουν στο Ίλιαν όταν έδωσαν τους όρκους των Κυνηγών, και ήταν μαζεμένοι χιλιάδες στη Μεγάλη Πλατεία του Τάμαζ. Μα, αν μιλάμε για δόξα εφικτή, τίποτα δεν επισκιάζει το χειροκρότημα του―»
«Είμαι τοξότρια, ομορφούλη μου», είπε σταθερά η Μπιργκίτε. «Βρες μου ένα τόξο, και θα νικήσω ή εσένα ή όποιον άλλο θέλεις στο σημάδι, εκατό χρυσές κορώνες προς μία». Η Ηλαίην περίμενε πως η Νυνάβε θα άφηνε καμιά κραυγή —αν η Μπιργκίτε έχανε το στοίχημα, θα το πλήρωναν αυτές· επίσης, ό,τι κι αν έλεγε η Μπιργκίτε, η Ηλαίην πίστευε ότι ακόμα δεν είχε αναρρώσει πλήρως― αλλά το μόνο που έκανε η Νυνάβε ήταν να κλείσει για μια στιγμή τα μάτια και να πάρει μια βαθιά, αργή ανάσα.
«Γυναίκες!» μούγκρισε ο Λούκα. Ο Θομ και ο Τζούιλιν έδειξαν να συμφωνούν, κακώς βέβαια. «Μια χαρά θα ταιριάξεις με την Αρχόντισσα Μορέλιν και τη Νάνα, όποια τέλος πάντων είναι τα ονόματά τους». Έκανε μια πλατιά χειρονομία με τον μανδύα προς το σούσουρο πιο πέρα, με τους άνδρες και τα άλογα. «Μπορεί να έχει ξεφύγει από το αετίσιο μάτι σου, Μπιργκίτε, αλλά έχω μια παράσταση να κουμαντάρω, και οι ανταγωνιστές μου ήδη ξαλαφρώνουν τους Σαμαρανούς από τα κέρματα τους σαν κοινοί πορτοφολάδες».
Η Μπιργκίτε χαμογέλασε μ’ ένα απαλό κύρτωμα των χειλιών. «Φοβάσαι, ομορφούλη; Μπορούμε να το κάνουμε ασημένια πέννα για σένα».
Η Ηλαίην, βλέποντας το χρώμα που απλώθηκε στο πρόσωπό του, φαντάστηκε ότι ο Λούκα θα πάθαινε αποπληξία. Ξαφνικά, ο λαιμός του φάνηκε να μη χωρά στο γιακά. «Θα φέρω το τόξο μου», είπε αυτός, σχεδόν απειλητικά. «Για να ξεπληρώσεις τα εκατό μάρκα, ή θα δουλέψεις με το πρόσωπο μπογιατισμένο ή θα καθαρίζεις τα κλουβιά. Εμένα το ίδιο μου κάνει!»