«Σίγουρα νιώθεις καλά;» ρώτησε η Ηλαίην την Μπιργκίτε, ενώ ο Βάλαν απομακρυνόταν μουρμουρίζοντας. Η μόνη λέξη που διακρινόταν ήταν «γυναίκες!» Η Νυνάβε κοίταζε τη γυναίκα με την πλεξούδα σαν να ήθελε να άνοιγε η γη να την καταπιεί· την ίδια, όχι την Μπιργκίτε. Για κάποιο λόγο, μερικοί αλογατάρηδες είχαν μαζευτεί γύρω από τον Θομ και τον Τζούιλιν.
«Έχει ωραία πόδια», είπε η Μπιργκίτε, «αλλά ποτέ δεν μου άρεσαν οι ψηλοί. Όταν έχουν ωραίο προσωπάκι, είναι πάντα ανυπόφοροι».
Ο Πέτρα είχε έρθει κι αυτός στην παρέα των ανδρών, διπλός στο φάρδος από τους υπόλοιπους. Κάτι είπε και ύστερα έδωσαν τα χέρια με τον Θομ. Εκεί ήταν επίσης και οι Τσαβάνα. Και η Λατέλ, που μιλούσε με έξαψη με τον Θομ, ενώ ταυτοχρόνως έριχνε σκοτεινές ματιές στη Νυνάβε και τις δύο γυναίκες δίπλα της. Όταν επέστρεψε ο Λούκα μ’ ένα τόξο δίχως χορδή και μια φαρέτρα γεμάτη βέλη, όλοι είχαν πια εγκαταλείψει τις προετοιμασίες. Οι άμαξες και τα άλογα και τα κλουβιά —ακόμα και τα δεμένα χοιράλογα― στεκόταν παρατημένα και όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από τον Θομ και το ληστοκυνηγό. Ακολούθησαν τον Λούκα, που προχωρούσε λίγο παραπέρα από την κατασκήνωση.
«Λένε ότι είμαι καλός στο σημάδι», είπε, σκαλίζοντας ένα λευκό σταυρό στον κορμό μιας ψηλής βελανιδιάς, στο ύψος του στήθους του. Είχε ξαναβρεί μέρος της ζωντάνιας του και προχωρούσε καμαρωτά, καθώς μετρούσε πενήντα βήματα. «Θα ρίξω πρώτος, για να δεις τι αντιμετωπίζεις».
Η Μπιργκίτε τού πήρε το τόξο από το χέρι και προχώρησε άλλα πενήντα βήματα, ενώ ο άλλος τη χάζευε. Αυτή κούνησε το κεφάλι βλέποντας το τόξο, αλλά το στήριξε στο γοβάκι της και πέρασε τη χορδή με μια αβίαστη κίνηση προτού τη φτάσουν ο Λούκα και η Ηλαίην και η Νυνάβε. Η Μπιργκίτε έβγαλε ένα βέλος από τη φαρέτρα που κρατούσε ο Λούκα, το εξέτασε για μια στιγμή, και μετά το πέταξε στην άκρη σαν να ήταν σκουπίδι. Ο Λούκα έσμιξε τα φρύδια και άνοιξε το στόμα, αλλά εκείνη ήδη απέρριπτε και δεύτερο βέλος. Άλλα τρία έπεσαν στο σκεπασμένο από φύλλα έδαφος, και μετά η Μπιργκίτε βρήκε ένα που το κάρφωσε στο χώμα πλάι της. Από τα είκοσι ένα, κράτησε μόνο τα τέσσερα.
«Θα τα καταφέρει», ψιθύρισε η Ηλαίην, προσπαθώντας να δείξει σιγουριά. Η Νυνάβε ένευσε απαισιόδοξα· αν αναγκάζονταν να πληρώσουν εκατό χρυσές κορώνες, σε λίγο θα πουλούσαν τα κοσμήματα που τους είχε δώσει η Αμάθιρα. Όσο για τα πληρεξούσια, ήταν ουσιαστικά άχρηστα, όπως είχε εξηγήσει στη Νυνάβε· αν τα χρησιμοποιούσαν, θα ήταν σαν να έλεγαν στην Ελάιντα πού βρίσκονταν. Αν είχα μιλήσει εγκαίρως, θα το είχα προλάβει. Ως Πρόμαχός μου, πρέπει να κάνει ό,τι λέω. Έτσι δεν είναι; Από τις ως τώρα ενδείξεις πάντως, η πειθαρχία δεν φαινόταν να είναι αναπόσπαστο τμήμα του δεσμού. Μήπως εκείνες οι Άες Σεντάι, τις οποίες είχε δει κρυφά, είχαν βάλει τους άνδρες να δώσουν όρκο; Τώρα που το σκεφτόταν, αυτό είχε κάνει ένας από εκείνους τους άνδρες.
Η Μπιργκίτε πέρασε ένα βέλος στη χορδή, ύψωσε το τόξο και το άφησε, φαινομενικά χωρίς να κάνει παύση για να σημαδέψει. Η Ηλαίην μόρφασε, αλλά η ατσάλινη αιχμή καρφώθηκε στο κέντρο του σκαλισμένου λευκού σταυρού. Προτού το πρώτο βέλος σταματήσει να τρέμει, το δεύτερο είχε καρφωθεί δίπλα του, αγγίζοντάς το. Η Μπιργκίτε τότε έκανε παύση για μια στιγμή, αλλά μόνο για να αφήσει τα πρώτα δύο βέλη να ακινητοποιηθούν. Οι παρατηρητές άφησαν μια κοφτή κραυγούλα όταν το τρίτο βέλος έσχισε το πρώτο, όμως αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την απόλυτη σιωπή που έπεσε όταν το τελευταίο βέλος έσχισε το άλλο πάλι στο κέντρο του. Η μια φορά μπορεί να οφειλόταν στην τύχη. Η δεύτερη...
Ο Λούκα κοίταζε τόσο γουρλωμένος, που τα μάτια του έμοιαζαν έτοιμα να πέσουν από το κεφάλι του. Με το στόμα να χάσκει, κοίταξε το δένδρο, ύστερα την Μπιργκίτε, το δένδρο, κι ύστερα πάλι την Μπιργκίτε. Εκείνη του έδωσε το τόξο κι αυτός κούνησε αδύναμα το κεφάλι.
Ξαφνικά, ο Λούκα πέταξε την φαρέτρα στην άκρη, απλώνοντας τα χέρια διάπλατα με μια χαρούμενη κραυγή. «Όχι μαχαίρια! Βέλη! Από εκατό βήματα!»
Η Νυνάβε έγειρε στην Ηλαίην, καθώς ο άλλος εξηγούσε τι ήθελε, αλλά δεν έβγαλε άχνα διαμαρτυρίας. Ο Θομ και ο Τζούιλιν μάζευαν χρήματα· οι πιο πολλοί έδιναν τα νομίσματά τους μ’ έναν αναστεναγμό ή με γέλια, όμως ο Τζούιλιν χρειάστηκε να αρπάξει τη Λατέλ από το μπράτσο, καθώς εκείνη έκανε να το σκάσει, και της είπε μερικά θυμωμένα λόγια, προτού βάλει το χέρι της για να πάρει μερικά νομίσματα από το πουγκί της. Να τι σκάρωναν λοιπόν πριν. Θα έπρεπε να τους μιλήσει αυστηρά. Αργότερα όμως. «Νάνα, δεν είσαι υποχρεωμένη να το κάνεις». Η άλλη απλώς κοίταζε την Μπιργκίτε, μ’ ένα δυστυχισμένο βλέμμα.