«Το στοίχημα μας;» είπε η Μπιργκίτε όταν ο Λούκα λαχάνιασε από τα πολλά λόγια. Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα και μετά ψάρεψε αργά ένα νόμισμα από το πουγκί του και της το πέταξε. Η Ηλαίην έπιασε το αστραφτοβόλημα του χρυσαφιού στον ήλιο, καθώς η Μπιργκίτε το εξέταζε και μετά το ξαναπετούσε πίσω. «Το στοίχημα ήταν ότι θα έχανες μια ασημένια πέννα».
Τα μάτια του Λούκα πλάτυναν από κατάπληξη, όμως αμέσως γέλασε και της ζούληξε το χρυσό νόμισμα στο χέρι. «Αξίζεις και το τελευταίο χάλκινο. Τι λες; Η ίδια η Βασίλισσα της Γκεάλνταν θα μπορούσε να έρθει για να δει παράσταση σαν τη δική σου. Η Μπιργκίτε και τα βέλη της. Θα τα βάψουμε ασημένια, και το τόξο!»
Η Ηλαίην όλο απελπισία παρακαλούσε να την κοίταζε η Μπιργκίτε. Θα ήταν σαν να έβαζαν ταμπέλα για να τις βρει η Μογκέντιεν, αν έκαναν αυτό που πρότεινε ο Λούκα.
Όμως η Μπιργκίτε απλώς έπαιξε το νόμισμα στο χέρι, χαμογελώντας πλατιά. «Το χρώμα θα χαλάσει ένα τόξο που είναι ήδη για κλάματα», είπε τελικά. «Και λέγε με Μέριον· έτσι με φώναζαν κάποτε». Γέρνοντας στο τόξο, χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά. «Θα μπορούσα να φορέσω κι εγώ κόκκινο φόρεμα;»
Η Ηλαίην άφησε ένα στεναγμό μεγάλης ανακούφισης. Η Νυνάβε έμοιαζε έτοιμη να αδειάσει το στομάχι της.
37
Παραστάσεις στη Σαμάρα
Για εκατοστή φορά, όπως της φαινόταν, η Νυνάβε σήκωσε ψηλά μια μπούκλα από τα μαλλιά της για να τη δει και να αναστενάξει. Από τους τοίχους της άμαξας περνούσαν το βαρύ, μαζεμένο μουρμουρητό των ομιλιών και των γέλιων εκατοντάδων λαρυγγιών, αν όχι χιλιάδων, και μακρινή μουσική που έφτανε σχεδόν πνιγμένη. Δεν την πείραζε που είχε μείνει στην άμαξα με την Ηλαίην, όσο το θηριοτροφείο παρήλαυνε στους δρόμους της Σαμάρα —οι περιστασιακές ματιές που έριχνε από τα παράθυρα την είχαν πείσει ότι θα ’ταν καλύτερα να μη βρίσκεται σε κείνα τα βουερά πλήθη που φώναζαν και μόλις που άνοιγαν δρόμο να περάσουν οι άμαξες― όμως κάθε φορά που έβλεπε το αστραφτερό κόκκινο των μαλλιών της, της φαινόταν ότι θα προτιμούσε να είχε κάνει τούμπες με τους Τσαβάνα παρά να το βάψει.
Προσέχοντας να μην κοιτάξει τον εαυτό της, κουκουλώθηκε με το απλό σκουρόγκριζο επώμιό της, γύρισε και ξαφνιάστηκε βλέποντας την Μπιργκίτε να στέκεται στην είσοδο. Η γυναίκα ήταν στην άμαξα της Κλαρίν και του Πέτρα στην παρέλαση, και η Κλαρίν ξήλωνε και ξανάραβε ένα εφεδρικό κόκκινο φόρεμα που προοριζόταν αρχικά για τη Νυνάβε, υπό την καθοδήγηση του Λούκα· είχε δώσει στην Κλαρίν οδηγίες προτού καν συμφωνήσει η Νυνάβε. Τώρα το φορούσε η Μπιργκίτε, με τη βαμμένη μαύρη πλεξούδα να καβαλά τον ώμο και να φωλιάζει ανάμεσα στα στήθη της, μην έχοντας συναίσθηση του χαμηλού τετράγωνου ντεκολτέ. Και μόνο που την έβλεπε η Νυνάβε, της ερχόταν να τυλιχτεί πιο σφιχτά στο επώμιό της· αν η Μπιργκίτε έδειχνε έστω και ένα δάχτυλο περισσότερο από το χλωμό κόρφο της, θα έχανε και την τελευταία ικμάδα σεμνότητας που είχε. Αν και η λέξη «σεμνότητα» εκεί ήταν άστοχη ή, καλύτερα, εξωφρενική. Η Νυνάβε την κοίταζε κι ένιωθε ναυτία, όμως για λόγους που δεν είχαν να κάνουν με τα ρούχα ή με την εκτεθειμένη σάρκα.
«Αν πρόκειται να βάλεις το φόρεμα, γιατί να κρύβεσαι;» Η Μπιργκίτε μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. «Είσαι γυναίκα. Γιατί να μην είσαι περήφανη γι’ αυτό;»
«Αν νομίζεις ότι δεν πρέπει», απάντησε διστακτικά η Νυνάβε, και άφησε αργά το επώμιο να γλιστρήσει ως τους αγκώνες τους, αποκαλύπτοντας το φόρεμά της που ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο με της άλλης. Ένιωθε σχεδόν ολόγυμνη. «Απλώς νόμιζα... νόμιζα...» Έσφιξε τα μεταξωτά φουστάνια της, για να κρατήσει τα χέρια χαμηλά στο πλευρά της, και στύλωσε το βλέμμα στην Μπιργκίτε. Της ήταν πιο εύκολο έτσι, παρ’ όλο που ήξερε ότι και η ίδια φορούσε τέτοιο φόρεμα.
Η Μπιργκίτε έκανε μια γκριμάτσα. «Κι αν ήθελα να κατεβάσεις το λαιμό άλλον ένα πόντο;»
Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα και το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο σαν την εσθήτα της, αλλά για μια στιγμή δεν βγήκε ήχος. Κι όταν βγήκε, έμοιαζε σαν να τη στραγγάλιζαν. «Δεν έχει άλλο πόντο περιθώριο. Κοίτα μόνη σου. Δεν έχει ούτε ένα δέκατο του πόντου!»
Η Μπιργκίτε έκανε συνοφρυωμένη τρεις γοργές δρασκελιές κι έσκυψε λιγάκι για να φέρει το πρόσωπό της κολλητά με της Νυνάβε. «Κι αν σου έλεγα ότι θέλω να ξεφορτωθείς αυτόν τον πόντο;» γρύλισε, γυμνώνοντας τα δόντια της. «Αν ήθελα να ζωγραφίσω το πρόσωπό σου, για να αποκτήσει ο Λούκα το γελωτοποιό που ψάχνει; Αν σε έγδυνα ολότελα και σε έβαφα από την κορφή ως τα νύχια; Ωραίος στόχος θα γινόσουν έτσι. Οι άνδρες θα έρχονταν από πενήντα μίλια παραπέρα για να σε δουν».
Το στόμα της Νυνάβε ανοιγόκλεισε, αλλά αυτή τη φορά δεν βγήκε κανένας ήχος. Ήθελε να κλείσει τα μάτια της· μπορεί, όταν τα άνοιγε, να έβλεπε ότι δεν συνέβαινε τίποτα απ’ αυτά.