Η Μπιργκίτε κούνησε με μια έκφραση αηδίας το κεφάλι και κάθισε σε ένα κρεβάτι, με τον αγκώνα στο γόνατο, τα γαλανά μάτια διαπεραστικά. «Αυτό πρέπει να πάρει τέλος. Όταν σε κοιτάζω, φοβάσαι. Τρέχεις και με υπηρετείς στο παραμικρό που θέλω. Αν κοιτάξω να βρω σκαμνί, μου το φέρνεις. Αν γλείψω τα χείλη μου, μου βάζεις ένα κύπελλο κρασί στα χέρια, προτού καταλάβω ότι διψώ. Αν στο επέτρεπα, θα μου έπλενες την πλάτη και θα μου έβαζες τα γοβάκια στα πόδια. Δεν είμαι ούτε τέρας, ούτε ανήμπορη, ούτε παιδί, Νυνάβε».
«Απλώς προσπαθώ να ξεπληρώσω το―» άρχισε να λέει εκείνη δειλά, και τινάχτηκε όταν η άλλη βρυχήθηκε.
«Να ξεπληρώσεις; Προσπαθείς να με κάνεις να νιώθω λιγότερη απ’ όσο είμαι!»
«Όχι. Όχι, δεν είναι αυτό, ειλικρινά. Φταίω εγώ που―»
«Αναλαμβάνεις την ευθύνη για τις πράξεις μου», την διέκοψε με ένταση η Μπιργκίτε. «Εγώ διάλεξα να σου μιλήσω στον Τελ’αράν’ριοντ. Εγώ διάλεξα να σε βοηθήσω. Εγώ διάλεξα να κυνηγήσω τη Μογκέντιεν. Κι εγώ διάλεξα να σε πάω να τη δεις. Εγώ! Όχι εσύ, Νυνάβε, εγώ. Δεν ήμουν η μαριονέτα σου, το λαγωνικό σου, τότε, και δεν θα γίνω τώρα».
Η Νυνάβε ξεροκατάπιε κι έσφιξε πιο γερά τα φουστάνια της. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να θυμώνει μ’ αυτή τη γυναίκα. Κανένα δικαίωμα. Όμως η Μπιργκίτε είχε κάθε δικαίωμα. «Έκανες ό,τι σου ζήτησα. Είναι δικό μου το σφάλμα που... που είσαι εδώ. Όλα αυτά είναι δικό μου σφάλμα».
«Μήπως είπα τίποτα για σφάλμα; Δεν βλέπω κανένα σφάλμα. Μόνο οι άνδρες και τα χαζοκόριτσα αναλαμβάνουν το φταίξιμο που δεν υπάρχει, κι εσύ δεν είσαι ούτε το ένα ούτε το άλλο».
«Η ανόητη περηφάνια μου με έκανε να πιστέψω ότι μπορούσα να τη νικήσω ξανά, και η δειλία μου της επέτρεψε να... της επέτρεψε να... Φοβόμουν τόσο πολύ που δεν μπορούσα ούτε να φτύσω, αλλιώς κάτι θα είχα κάνει, εγκαίρως».
«Δειλή;» Τα μάτια της Μπιργκίτε πλάτυναν, άνοιξαν όλο δυσπιστία, και περιφρόνηση έβαψε τη φωνή της. «Εσύ; Νόμιζα ότι είχες μυαλό και δεν θα μπέρδευες το φόβο με τη δειλία. Θα μπορούσες να είχες φύγει από τον Τελ’αράν’ριοντ, όταν σε ελευθέρωσε η Μογκέντιεν, αλλά εσύ έμεινες για να πολεμήσεις. Δεν είναι από σφάλμα ή φταίξιμό σου που δεν μπορούσες». Η Μπιργκίτε πήρε μια βαθιά ανάσα, έτριψε το μέτωπό της για μια στιγμή, και μετά ξανάσκυψε μπροστά με επιμονή. «Άκουσέ με καλά, Νυνάβε. Δεν λέω ότι φταίω εγώ γι’ αυτό που έπαθες. Το είδα, αλλά δεν μπορούσα να σαλέψω. Αν η Μογκέντιεν σε είχε δέσει κόμπο, αν σε είχε ξεφλουδίσει σαν μήλο, και πάλι δεν θα έφταιγα εγώ. Έκανα ό,τι μπορούσα, όταν μπόρεσα. Το ίδιο έκανες κι εσύ».
«Δεν ήταν το ίδιο». Η Νυνάβε προσπάθησε να απαλύνει τη φλόγα της φωνής της. «Ήταν δικό μου το σφάλμα που ήσουν εκεί. Δικό μου το σφάλμα που είσαι εδώ. Αν...» Σταμάτησε και ξεροκατάπιε ξανά. «Αν... αστοχήσεις... όταν με σημαδέψεις σήμερα, θέλω να ξέρεις ότι καταλαβαίνω».
«Δεν αστοχώ όταν σημαδεύω», είπε ξερά η Μπιργκίτε, «και δεν θα σημαδέψω εσένα». Πήρε να βγάζει πράγματα από ένα ντουλάπι και τα άπλωσε στο τραπεζάκι. Μισοτελειωμένα βέλη, λειασμένα στελέχη, ατσάλινες αιχμές, πέτρινο βαζάκι με κόλλα, ψιλό κορδόνι, γκρίζα φτερά χήνας για τα βέλη. Είχε πει επίσης ότι θα έφτιαχνε δικό της τόξο, το συντομότερο δυνατόν. Το τόξο του Λούκα το αποκαλούσε «ροζιασμένο κλαρί που το έσπασε από ένα δένδρο με στραβά νερά ένας τυφλός ηλίθιος μέσα στη νύχτα». «Μου άρεσες, Νυνάβε», είπε όταν τα έβγαλε όλα. «Με τα αγκάθια και τις ελιές και τα πάντα. Δεν μ’ αρέσεις, πια, όπως είσαι τώρα...»
«Δεν υπάρχει λόγος να σου αρέσω τώρα», είπε δυστυχισμένα η Νυνάβε, η άλλη όμως δεν σταμάτησε στιγμή να μιλά και δεν σήκωσε το κεφάλι.
«...και δεν θα σου επιτρέψω να με μειώνεις, να κάνεις τις αποφάσεις μου ασήμαντες, διεκδικώντας την ευθύνη γι’ αυτές. Είχα μερικές φίλες, οι περισσότερες όμως είχαν τέτοιο χαρακτήρα που θύμιζαν χιονοφαντάσματα».
«Μακάρι να ξαναγινόσουν φίλη μου». Τι στο φως ήταν το χιονοφάντασμα; Κάτι από άλλη Εποχή, σίγουρα. «Δεν θα προσπαθούσα ποτέ να σε μειώσω, Μπιργκίτε. Απλώς―»
Η Μπιργκίτε δεν της έδωσε σημασία, παρά μόνο ύψωσε τη φωνή της. Η προσοχή της τώρα έμοιαζε να είναι στραμμένη αποκλειστικά στα στελέχη των βελών. «Θα ήθελα να σε ξανασυμπαθήσω, είτε νιώθεις κι εσύ το ίδιο είτε όχι, αλλά δεν μπορώ, αν δεν είσαι ο εαυτός σου. Θα μπορούσα να κάνω παρέα με ένα δειλό, μαζεμένο, δυστυχισμένο πλάσμα, αν ήσουν πράγματι έτσι. Δέχομαι τους ανθρώπους όπως είναι, όχι όπως θα ήθελα να είναι, ή τους αφήνω στην ησυχία τους. Αλλά εσύ δεν είσαι κάτι τέτοιο και δεν δέχομαι τους λόγους για τους οποίους το κάνεις. Λοιπόν. Η Κλαρίν μου είπε για τη συνάντηση σου με τη Σεράντιν. Τώρα ξέρω τι να κάνω την επόμενη φορά που θα διεκδικήσεις δικές μου αποφάσεις ως δικές σου». Κούνησε με δύναμη μια βέργα από μελία. «Είμαι σίγουρη ότι η Λατέλ μετά χαράς θα δεχθεί να σε δείρει».