Выбрать главу

Η Νυνάβε βίασε τα σφιγμένα σαγόνια της να ανοίξουν, μίλησε μ’ όσο πιο μειλίχιο τόνο μπορούσε. «Έχεις κάθε δικαίωμα να μου κάνεις ό,τι επιθυμείς». Οι γροθιές της, καθώς έσφιγγε τα φουστάνια της, έτρεμαν πιο πολύ από τη φωνή της.

«Τι, δείχνουμε νευράκια; Ένα ίχνος, έστω;» Η Μπιργκίτε την κοίταξε χαμογελώντας πλατιά, σαν να το διασκέδαζε, και ταυτόχρονα δείχνοντας μια αγριάδα που ξάφνιαζε. «Πόσο ακόμα μέχρι να ξεσπάσουν σε φλόγες; Εγώ είμαι διατεθειμένη να σπάσω όσες βέργες χρειαστούν». Το χαμόγελο έσβησε, ένα σοβαρό ύφος το διαδέχθηκε. «Θα σε κάνω να δεις τι είναι το σωστό, αλλιώς θα σε διώξω. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Δεν μπορώ και δεν θέλω να αφήσω την Ηλαίην. Αυτός ο δεσμός είναι τιμή για μένα, και θα τον τιμήσω, όπως κι αυτήν. Και δεν θα σου επιτρέψω να νομίζεις ότι παίρνεις ή ότι είχες πάρει εσύ τις δικές μου αποφάσεις. Είμαι ο εαυτός μου, όχι μέλος του σώματός σου. Φύγε τώρα. Πρέπει να τελειώσω αυτά τα βέλη, θέλω να έχω μερικά που να πετάνε σωστά. Δεν σκοπεύω να σε σκοτώσω, και δεν θέλω να γίνει κατά λάθος». Άνοιξε το βαζάκι με την κόλλα κι έσκυψε στο τραπέζι. «Μην ξεχάσεις να υποκλιθείς σαν καλό κορίτσι βγαίνοντας».

Η Νυνάβε έφτασε στην αρχή των σκαλιών και μόνο τότε βρόντηξε τη γροθιά της στο μηρό της οργισμένη. Πώς τολμούσε αυτή η γυναίκα; Νόμιζε μήπως ότι μπορούσε έτσι απλά να...; Νόμιζε ότι η Νυνάβε θα ανεχόταν να...; Νόμιζα ότι μπορούσε να σου κάνει ό,τι θέλει, ψιθύρισε μια φωνούλα στο κεφάλι της. Είπα ότι μπορούσε να με σκοτώσει, την αποπήρε, όχι να με εξευτελίσει! Σε λίγο, όλοι θα την απειλούσαν με εκείνη τη Σωντσάν!

Οι άμαξες έστεκαν παρατημένες, και μόνο μερικοί αλογατάρηδες με κακοραμμένα σακάκια είχαν απομείνει σκοποί κοντά στο μεγάλο, πλατύ μουσαμαδένιο φράχτη που είχε στηθεί για να περικλείσει την παράσταση του Λούκα. Απ’ αυτό το μεγάλο λιβάδι με το ξεραμένο γρασίδι, μισό μίλι από τη Σαμάρα, τα τείχη της πόλης, φτιαγμένα από γκρίζα πέτρα, φαίνονταν καθαρά, με κοντόχοντρους πυργίσκους στις πύλες, ενώ μερικά ψηλότερα κτήρια έδειχναν στέγες από καλαμιές ή με κεραμίδια. Έξω από τα τείχη, χωριουδάκια από καλύβες και από πρόχειρες παράγκες είχαν φυτρώσει σαν μανιτάρια προς κάθε κατεύθυνση, γεμάτα οπαδούς του Προφήτη, και όλα τα δένδρα της περιοχής είχαν κοπεί, προκειμένου η ξυλεία να χρησιμοποιηθεί είτε για κατασκευές είτε για φωτιά.

Η είσοδος των πελατών για την παράσταση ήταν από την άλλη μεριά, όμως δύο αλογατάρηδες, με γερά ρόπαλα, στέκονταν σ’ αυτή την πλευρά για να αποθαρρύνουν όσους ήθελαν να αποφύγουν το εισιτήριο και προσπαθούσαν να μπουν μαζί με τους καλλιτέχνες. Η Νυνάβε σχεδόν τους είχε φτάσει, προχωρώντας μ’ όσο πιο μεγάλες δρασκελιές μπορούσε, μουρμουρίζοντας θυμωμένη, όταν συνειδητοποίησε από τα χαζά χαμόγελά τους ότι το επώμιό της ήταν ακόμα κατεβασμένο στους αγκώνες της. Η ματιά της τους έκανε να μείνουν ανέκφραστοι. Μόνο τότε σκεπάστηκε όπως ήταν πρέπον, και αργά· δεν θα άφηνε αυτούς τους αχρείους με την εντύπωση ότι τους έδινε σημασία Ο κοκαλιάρης, με μύτη που ήταν όσο το μισό του πρόσωπο, παραμέρισε το άνοιγμα του μουσαμά, κι εκείνη χώθηκε στο πανδαιμόνιο.

Ο χώρος έσφυζε από κόσμο, θορυβώδεις, πυκνές ομάδες ανδρών και γυναικών και παιδιών, που φλυαρούσαν και σχημάτιζαν ποτάμια, τα οποία συνέρεαν από τη μια ατραξιόν στην άλλη. Όλοι, εκτός από τα σ’ρέντιτ, έκαναν το νούμερό τους σε ξύλινες εξέδρες που είχε φτιάξει ο Λούκα. Τα χοιράλογα της Σεράντιν είχαν μαζέψει το μεγαλύτερο πλήθος, με τα πελώρια γκρίζα ζώα να ισορροπούν στα μπροστινά πόδια τους, ακόμα και το μωρό, με τις μακριές μουσούδες τυλιγμένες σαν φίδια, ενώ τα σκυλιά της Κλαρίν το μικρότερο, παρ’ όλο που έκαναν ανάποδες τούμπες και σβούρες το ένα πάνω από την πλάτη του άλλου. Πολλοί κοντοστέκονταν για να κοιτάξουν τα λιοντάρια και τα τριχωτά, όμοια με αγριόχοιρους, κάπαρ στα κλουβιά τους, τα παράξενα κερασφόρα ελάφια από το Άραφελ και τη Σαλδαία και το Άραντ Ντόμαν, τα πολύχρωμα πουλιά, που μόνο το Φως ήξερε από πού ήταν, και κάποια πλάσματα με καφέ τρίχωμα και πλατιά, αδέξια περπατησιά, με μεγάλα μάτια και στρογγυλά αυτιά που κάθονταν νωθρά κι έτρωγαν φύλλα από κλαδιά που τα κρατούσαν στα μπροστινά τους πόδια. Ο Λούκα κάθε φορά έλεγε άλλη ιστορία για την προέλευση τους —η Νυνάβε πίστευε ότι δεν ήξερε― και δεν είχε καταφέρει να τους βρει όνομα που να του αρέσει. Ένα πελώριο φίδι από τους βάλτους του Ίλιαν, τέσσερις φορές μεγαλύτερο στο μάκρος από άνθρωπο, προκαλούσε στο πλήθος ίδια σχεδόν κατάπληξη με τα σ’ρέντιτ, αν και απλώς κειτόταν εκεί, μοιάζοντας να κοιμάται. Η Νυνάβε χάρηκε, βλέποντας ότι οι αρκούδες της Λατέλ, που εκείνη τη στιγμή πατούσαν πάνω σε πελώριες κόκκινες ξύλινες μπάλες, τις οποίες έκαναν να περιστρέφονται με τα πόδια τους, δεν είχαν προσελκύσει πολύ περισσότερους θεατές απ’ όσους τα σκυλιά. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να δουν αρκούδες και στα δάση τους, έστω κι αν τούτες εδώ είχαν άσπρες μουσούδες.