Η Λατέλ άστραφτε στο απογευματινό φως με τις μαύρες πούλιες της. Η Σεράντιν λαμπύριζε σχεδόν εξίσου, φορώντας γαλάζιες, και η Κλαρίν με πράσινες, αν και καμία δεν είχε τόσες πούλιες όσες η Λατέλ· τα φορέματά τους όμως είχαν γιακά ψηλό, που έφτανε ως το σαγόνι. Φυσικά, ο Πέτρα και οι Τσαβάνα έκαναν το νούμερό τους φορώντας μονάχα λαμπερά γαλάζια στενά παντελόνια, για να επιδεικνύουν τους μυς τους. Απολύτως κατανοητό. Οι ακροβάτες πατούσαν ο ένας στον ώμο του άλλου, σχηματίζοντας τρεις ορόφους. Κάπου παραπέρα, ο χεροδύναμος σε μια εξέδρα πήρε μια μακριά μπάρα που είχε σε κάθε άκρο της μια μεγάλη σιδερένια μπάλα —χρειάστηκαν δύο άτομα για να του την ανεβάσουν― και αμέσως άρχισε να την περιστρέφει στα χοντρά χέρια του, στριφογυρνώντας τη μάλιστα γύρω από το λαιμό και την πλάτη του.
Ο Θομ έκανε ταχυδακτυλουργικά με φωτιά, την οποία επίσης έτρωγε. Είχε οκτώ φλεγόμενες ράβδους που σχημάτιζαν τέλειο κύκλο· μετά, ξαφνικά, φάνηκε να κρατά τέσσερις σε κάθε χέρι, με μια να ξεχωρίζει από κάθε ομάδα. Έχωνε επιδέξια τη φλεγόμενη άκρη καθεμιάς εναλλάξ στο στόμα του, φαινόταν να καταπίνει, και την έβγαζε σβησμένη, μοιάζοντας να έχει φάει κάτι νόστιμο. Η Νυνάβε δεν καταλάβαινε πώς δεν καψάλιζε τα μουστάκια του, και πολύ περισσότερο πώς δεν έκαιγε το λαρύγγι του. Μ’ ένα στρίψιμο των καρπών, οι σβησμένες ράβδοι απλώθηκαν ανάμεσα στις αναμμένες σαν βεντάλιες. Έπειτα από μια στιγμή, σχημάτισαν δύο ενωμένους κύκλους πάνω από το κεφάλι του. Ο Θομ φορούσε το ίδιο καφέ σακάκι που είχε πάντα, αν και ο Λούκα του είχε δώσει ένα κόκκινο γεμάτο πούλιες. Τα φουντωτά φρύδια του Θομ υψώθηκαν, όταν η Νυνάβε πέρασε δίπλα του, σημάδι ότι δεν είχε καταλάβει γιατί εκείνη τον αγριοκοίταζε. Ακούς εκεί, να φορά το δικό του σακάκι!
Η Νυνάβε διέσχισε βιαστικά το πυκνό πλήθος που βούιζε ανυπόμονα, μαζεμένο γύρω από τους δύο ψηλούς στύλους οι οποίοι είχαν ανάμεσά τους τεντωμένο ένα σχοινί. Αναγκάστηκε να ανοίξει δρόμο με τους αγκώνες για να φτάσει στην μπροστινή σειρά, αν και, όταν γλίστρησε λίγο το επώμιό της, δυο γυναίκες την αγριοκοίταξαν και τράβηξαν τους άνδρες τους στην άκρη. Η Νυνάβε θα τις αγριοκοίταζε κι αυτή, αλλά είχε κοκκινίσει και πάσχιζε να σκεπαστεί. Ο Λούκα ήταν εκεί, συνοφρυωμένος, σαν άνδρας που περιμένει έξω από το δωμάτιο που γεννά η γυναίκα του, ενώ πλάι του στεκόταν ένας σωματώδης τύπος με ξυρισμένο κεφάλι που άφηνε μόνο ένα σταχτί κότσο στην κορυφή. Η Νυνάβε στάθηκε από την άλλη μεριά του Λούκα. Ο ξυρισμένος είχε όψη κακούργου· μια μακριά ουλή κατηφόριζε στο αριστερό του μάγουλο, και στο μάτι εκείνο φορούσε καλύπτρα, που ήταν ζωγραφισμένο ένα άγριο κόκκινο μάτι. Ελάχιστοι άνδρες απ’ όσους είχε δει εδώ ήταν οπλισμένοι, συνήθως με μαχαίρι στη ζώνη, αλλά αυτός είχε ζωστεί ένα σπαθί στην πλάτη του, με την ψηλή λαβή να ξεπροβάλλει πάνω από τον δεξί του ώμο. Της φαινόταν αόριστα γνωστός για κάποιο λόγο, αλλά το μυαλό της ήταν στο τεντωμένο σχοινί. Ο Λούκα κοίταξε συνοφρυωμένος το επώμιο της, της χαμογέλασε κι έκανε να την αγκαλιάσει από τη μέση.
Κι ενώ εκείνος προσπαθούσε να ανασάνει μετά την αγκωνιά της που του είχε κόψει την ανάσα, καθώς η Νυνάβε ξανάβαζε σεμνά το επώμιό της στη θέση του, ο Τζούιλιν ήρθε παραπατώντας από το πλήθος αντίκρυ της, με το κωνικό κόκκινο καπέλο να γέρνει ξένοιαστα, το σακάκι φορεμένο από το ένα μανίκι, μ’ ένα ξύλινο κύπελλο στη γροθιά του να ξεχειλίζει και να στάζει. Με τα άκρως προσεγμένα βήματα ενός που στο κεφάλι έχει περισσότερο κρασί παρά μυαλό, πλησίασε την ξύλινη σκάλα που οδηγούσε σε μια ψηλή εξέδρα και στάθηκε να την κοιτάζει.
«Προχώρα!» φώναξε κάποιος. «Να σπάσεις το ξερό σου το κεφάλι».
«Περίμενε, φίλε», φώναξε ο Λούκα, προχωρώντας με χαμόγελο κι ανεμίζοντας επιτηδευμένα το μανδύα του. «Δεν είναι εδώ μέρος για κάποιον που έχει κατεβάσει τόσο―»
Ο Τζούιλιν άφησε το κύπελλο στο έδαφος, ανέβηκε γοργά τη σκάλα και στάθηκε ταλαντευόμενος στην εξέδρα. Η Νυνάβε κράτησε την ανάσα της. Ο άνθρωπος ήταν συνηθισμένος στα ύψη, λογικό βέβαια, αφού μια ζωή κυνηγούσε ληστές στις στέγες του Δακρύου, αλλά και πάλι...
Ο Τζούιλιν γύρισε από την άλλη σαν να είχε χαθεί· έμοιαζε τόσο μεθυσμένος που δεν έβλεπε τη σκάλα ή δεν τη θυμόταν. Τα μάτια του βρήκαν το σχοινί. Επιφυλακτικά, άπλωσε λίγο το πόδι και το πάτησε, και ύστερα το τράβηξε πίσω. Έσπρωξε πίσω το καπέλο για να ξύσει το κεφάλι του, μελέτησε το τεντωμένο σχοινί, και ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε. Έπεσε αργά στα τέσσερα και άρχισε να σέρνεται ταλαντευόμενος στο σχοινί. Ο Λούκα του φώναξε να κατέβει και το πλήθος βρυχήθηκε από τα γέλια.