Выбрать главу

Η Νυνάβε κατάπιε, ηρέμησε την καρδιά της, και ανάσανε ξανά, τραχιά, αλλά ήξερε ότι δεν ήταν αυτό το τέλος.

Η Ηλαίην σήκωσε τα χέρια πάνω από το κεφάλι και ξαφνικά έκανε μια τούμπα στο σχοινί, με τις μελαχρινές μπούκλες της να τινάζονται σαν μαστίγιο και το λευκό παντελόνι να γυαλίζει στον ήλιο. Η Νυνάβε άφησε μια φωνούλα κι έσφιξε το μπράτσο του Λούκα, καθώς η κοπέλα έφτανε στην αντικρινή εξέδρα και κατέληγε με την τελευταία τούμπα στην πλατιά επιφάνειά της, σταματώντας λίγο προτού πέσει από την άκρη.

«Τι έγινε;» μουρμούρισε αυτός, μέσα στην κοφτή εκπνοή του πλήθους. «Την έχεις δει να κάνει το ίδιο πράγμα κάθε απόγευμα από τη Σιέντα και μετά. Και σε πολλά άλλα μέρη, νόμιζα».

«Φυσικά», είπε εκείνη αδύναμα. Με το βλέμμα κολλημένο στην Ηλαίην, μόλις που πρόσεξε το χέρι του Λούκα, το οποίο γλίστρησε στους ώμους της, και βέβαια όχι τόσο ώστε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Είχε προσπαθήσει να πείσει την κοπέλα να προσποιηθεί ότι είχε στραμπουλήξει τον αστράγαλό της, όμως η Ηλαίην επέμενε ότι ύστερα από τόση εξάσκηση με τη Δύναμη, δεν τη χρειαζόταν πια. Μπορεί ο Τζούιλιν να μη χρειαζόταν τη Δύναμη —απ’ όσο φαινόταν― αλλά η Ηλαίην δεν τριγυρνούσε στις σκεπές νυχτιάτικα.

Οι τούμπες στην επιστροφή έγιναν τέλεια, όπως και η κατάληξη στην εξέδρα, αλλά η Νυνάβε ούτε κοίταξε αλλού, ούτε άφησε το μανίκι του Λούκα που έσφιγγε. Μετά την αναπόφευκτη, όπως φαινόταν πια, παύση για το χειροκρότημα, η Ηλαίην ξαναγύρισε στο σχοινί, κάνοντας επιτόπου στροφές, υψώνοντας και γυρίζοντας το πόδι τόσο γρήγορα, που ήταν σαν να μην το είχε κατεβάσει καθόλου, κι επίσης σηκώθηκε και στηρίχτηκε αργά στα χέρια, με το κορμί στητό σαν μαχαίρι, με τα λευκά παπούτσια να σημαδεύουν ίσια τον ουρανό. Κι έκανε μια ανάποδη τούμπα που άφησε το πλήθος με κομμένη την ανάσα, ενώ η ίδια ταλαντευόταν δεξιά αριστερά και μόλις που πρόλαβε να βρει την ισορροπία της. Αυτό της το είχε μάθει ο Θομ Μέριλιν, όπως και το να στέκεται στα χέρια.

Με την άκρη του ματιού, η Νυνάβε έπιασε τον Θομ που ήταν δυο βήματα πιο πέρα, είχε καρφώσει το βλέμμα στην Ηλαίην και είχε ανασηκωθεί στις μύτες των ποδιών του. Έλαμπε από περηφάνια. Έδειχνε έτοιμος να τρέξει και να την πιάσει, αν έπεφτε. Και, αν έπεφτε, το φταίξιμο θα ήταν πράγματι ως ένα βαθμό δικό του. Κακώς της είχε διδάξει αυτά τα πράγματα!

Ακολούθησε ένα τελευταίο πέρασμα, με τα πόδια να αστράφτουν και να λαμπυρίζουν στον ήλιο, καθώς έκανε τούμπες, πιο γρήγορα από πριν. Ένα πέρασμα που δεν το είχε πει στη Νυνάβε! Θα τα έψελνε για τα καλά στον Λούκα, όμως αυτός πρόλαβε να μουρμουρίσει ότι ήταν επικίνδυνο να παρατραβάς το νούμερο μόνο και μόνο για το χειροκρότημα. Η Ηλαίην έκανε μια τελευταία παύση, ποζάροντας για το χειροκρότημα, και τελικά κατέβηκε κάτω.

Το πλήθος χίμηξε πάνω της μέσα σε φωνές. Ο Λούκα και τέσσερις αλογατάρηδες με ρόπαλα εμφανίστηκαν γύρω της σαν σταλμένοι από τη Δύναμη, όμως ο Θομ είχε προλάβει να φτάσει πρώτος, παρά το χωλό πόδι του.

Η Νυνάβε πήδηξε όσο πιο ψηλά μπορούσε, και μόλις που κατάφερε να κοιτάξει πάνω από τα κεφάλια του κόσμου και να διακρίνει την Ηλαίην. Η κοπέλα δεν φαινόταν καν φοβισμένη, ούτε καν ζαλισμένη, μπροστά στα τόσα χέρια που ανέμιζαν και προσπαθούσαν να την αγγίξουν, περνώντας ανάμεσα από τους φρουρούς της που την κύκλωναν. Με το κεφάλι ψηλά, το πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο από τον κόπο, κατάφερνε να παρουσιάζει ένα ψύχραιμο, αριστοκρατικό ύφος όλο χάρη, καθώς τη συνόδευαν φεύγοντας. Η Νυνάβε δεν μπορούσε να φανταστεί πώς το κατάφερνε αυτό με τέτοια ρούχα.

«Έχει πρόσωπο λες και είναι καμιά αναθεματισμένη βασίλισσα», μουρμούρισε ο μονόφθαλμος, χωρίς να μιλά σε άλλον. Δεν είχε τρέξει μαζί με τους άλλους, απλώς τους είχε αφήσει να περάσουν δίπλα του. Κακοντυμένος, με απλό σακάκι από σκούρο γκρίζο μαλλί, έμοιαζε αρκετά στιβαρός, ώστε να μην ανησυχεί μήπως τον ρίξουν κάτω και τον τσαλαπατήσουν. Έδειχνε ότι ήξερε να κουμαντάρει εκείνο το σπαθί. «Που να με κάψουν σαν να ’μαι αγρότης με σπλάχνα προβάτου, έχει τόσο φλογερό θάρρος, λες και είναι καμιά αναθεματισμένη βασίλισσα».

Η Νυνάβε τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό, καθώς εκείνος απομακρυνόταν μέσα στο πλήθος, και δεν το έκανε για τη γλώσσα του. Ή μάλλον εν μέρει γι’ αυτό. Τώρα θυμόταν πού τον είχε δει, έναν μονόφθαλμο με κότσο στην κορυφή του κεφαλιού που δεν μπορούσε να πει δυο κουβέντες δίχως τις πιο φριχτές βλαστήμιες.