Ξεχνώντας την Ηλαίην —σίγουρα ήταν ασφαλής― η Νυνάβε διέσχισε το πλήθος ακολουθώντας τον.
38
Μια Παλιά Γνωριμία
Μέσα στα πλήθη, η Νυνάβε έκανε ώρα για να τον προφτάσει, γκρινιάζοντας κάθε φορά που την έσπρωχνε ένας άνδρας που χάζευε ή μια γυναίκα που έσερνε από ένα παιδί στο κάθε χέρι της, με τα παιδιά συνήθως να προσπαθούν να την τραβήξουν προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις μονομιάς. Ο μονόφθαλμος ελάχιστες φορές κοντοστάθηκε για να κοιτάξει κάτι, με εξαίρεση το μεγάλο φίδι και τα λιοντάρια, ώσπου έφτασε στα χοιράλογα. Σίγουρα τα είχε δει νωρίτερα, όταν τα είχαν βάλει κοντά στην είσοδο των θεατών. Κάθε φορά που τα σ’ρέντιτ σηκώνονταν στα πίσω πόδια τους, όπως έκαναν τώρα, τα μεγάλα κεφάλια των ενήλικων με τους χαυλιόδοντες ξεπρόβαλλαν πάνω από το μουσαμαδένιο φράχτη και η πίεση του κόσμου για να μπει μέσα δυνάμωνε λιγάκι.
Κάτω από μια πλατιά κόκκινη ταμπέλα που έγραφε ΒΑΛΑΝ ΛΟΥΚΑ με περίτεχνη χρυσή γραφή και από τις δύο πλευρές, δύο αλογατάρηδες εισέπρατταν το αντίτιμο της εισόδου από τους ανθρώπους που περνούσαν ανάμεσα από δύο χοντρά σχοινιά, παίρνοντας τα χρήματα σε κανάτες από διαφανές φυσητό γυαλί —και οι δύο κανάτες ήταν χοντρές και γεμάτες φυσαλίδες· ο Λούκα δεν ήθελε να ξοδευτεί για κάτι καλύτερο― έτσι ώστε να βλέπουν αν τα νομίσματα ήταν σωστά προτού τα αγγίξουν. Έριχναν τα χρήματα από τις κανάτες σε μια τρύπα στο πάνω μέρος ενός κουτιού, το οποίο ήταν ενισχυμένο με σίδερο και δεμένο ολόγυρα με τόσους γύρους αλυσίδας, που ο Πέτρα πρέπει να το είχε τοποθετήσει εκεί προτού καν πέσει η πρώτη ασημένια πέννα. Δύο ακόμα αλογατάρηδες —άνδρες με χοντρούς ώμους, σπασμένες μύτες και ταλαιπωρημένες αρθρώσεις στα δάχτυλα, που φανέρωναν μεθοκόπους καβγατζήδες― στέκονταν κοντά βαστώντας ρόπαλα, σε περίπτωση που ξεκινούσε καμιά φασαρία από το πλήθος. Και για να έχουν το νου τους στους άνδρες που έπαιρναν τα χρήματα, όπως υποψιαζόταν η Νυνάβε. Ο Λούκα δεν ήταν άνθρωπος που εμπιστευόταν, ειδικά στο θέμα των νομισμάτων. Μετρούσε τα λεφτά του πιο προσεχτικά κι από σκύλα που μετρά τα μικρά της. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ της κανέναν τόσο σφιχτοχέρη.
Σιγά-σιγά ζύγωσε τον άνδρα με τον γκρίζο κότσο. Εκείνος φυσικά δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να βρεθεί στην πρώτη σειρά, μπροστά στα σ’ρέντιτ· η ουλή και το ζωγραφισμένο μάτι θα ήταν αρκετά για να τον αφήσουν οι άλλοι να περάσει, ακόμα και χωρίς το σπαθί στην πλάτη. Εκείνη τη στιγμή κοίταζε τα μεγάλα γκρίζα ζώα μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και με δέος, όπως υπέθετε, στο σκληρό σαν βράχο πρόσωπό του.
«Ούνο;» Της φαινόταν ότι αυτό ήταν το όνομά του.
Γύρισε το κεφάλι να την κοιτάξει. Όταν η Νυνάβε σήκωσε το επώμιο στη σωστή του θέση, το βλέμμα του υψώθηκε στο πρόσωπό της, αλλά το μαύρο μάτι του δεν φάνηκε να την αναγνωρίζει. Το άλλο, το ζωγραφισμένο με κόκκινο χρώμα που αγριοκοίταζε, την αναστάτωσε λιγάκι.
Η Σεράντιν ανέμισε το βούκεντρό της, φωνάζοντας κάτι αργόσυρτο και ακατανόητο, και το σ’ρέντιτ γύρισε· ήταν η θηλυκιά, η Σάνιτ, κι ακούμπησε τα πόδια της στην φαρδιά, στρογγυλή πλάτη του Μερ που ήταν ακόμα όρθιος στα πίσω πόδια του, ενώ η μικρή, η Νέριν, έβαζε τα μπροστινά της πόδια χαμηλά στην πλάτη της Σάνιτ.
«Σε είδα στο Φαλ Ντάρα», είπε η Νυνάβε. «Και πάλι στο Τόμαν Χεντ, για λίγο. Μετά το Φάλμε. Ήσουν μαζί με...» Δεν ήξερε πόσο ανοιχτά μπορούσε να μιλήσει με τόσο κόσμο στριμωγμένο γύρω τους· οι φήμες για τον Αναγεννημένο Δράκοντα κυκλοφορούσαν σ’ ολόκληρη την Αμαδισία και μερικές μάλιστα ανέφεραν σωστά το όνομά του. «Με τον Ραντ».
Ο Ούνο στένεψε το πραγματικό μάτι του —η Νυνάβε προσπάθησε να μην κοιτάξει το άλλο― και μετά από μια στιγμή ένευσε. «Θυμάμαι το πρόσωπο. Ποτέ δεν ξεχνώ ένα ωραίο προσωπάκι, που να τα κάψω όλα. Τα άτιμα τα μαλλιά όμως ήταν αλλιώτικα. Νύνα;»
«Νυνάβε», του είπε κοφτά εκείνη.
Αυτός κούνησε το κεφάλι, την κοίταξε από πάνω ως κάτω και προτού εκείνη προλάβει να πει λέξη, την είχε αρπάξει από το μπράτσο και σχεδόν την τραβούσε βγάζοντάς την από την είσοδο. Οι αλογατάρηδες φυσικά την αναγνώρισαν, κι εκείνοι με τις σπασμένες μύτες έκαναν να πλησιάσουν, κουνώντας τα ρόπαλά τους. Εκείνη τους έκανε νευρικά νόημα να φύγουν, ενώ τραβούσε το χέρι της· χρειάστηκαν τρεις προσπάθειες για να ελευθερωθεί, και τα κατάφερε κυρίως επειδή ο άλλος την άφησε να το ελευθερώσει. Είχε σιδερένια λαβή. Οι άνδρες με τα ρόπαλα δίστασαν και μετά ξαναγύρισαν στις θέσεις τους, μόλις είδαν τον Ούνο να την αφήνει. Προφανώς ήξεραν τι προτιμούσε ο Λούκα να φυλάξουν.
«Τι νομίζεις ότι κάνεις;» ζήτησε να μάθει, όμως ο Ούνο απλώς της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει, κοιτάζοντάς την για να βεβαιωθεί, κόβοντας ελάχιστα το βήμα του μέσα στο πλήθος που περίμενε να μπει. Ήταν λιγάκι στραβοκάνης και περπατούσε σαν άνθρωπος που ήταν περισσότερο συνηθισμένος στην πλάτη του αλόγου παρά στα ίδια του τα πόδια. Η Νυνάβε, μουγκρίζοντας μέσα της, μάζεψε τα φουστάνια της και τον ακολούθησε προς την πόλη.