Υπήρχαν άλλα δύο θηριοτροφεία που είχαν εγκατασταθεί πίσω από καφέ μουσαμαδένια τείχη όχι πολύ μακρύτερα, και πιο πέρα υπήρχαν σκορπισμένα κι άλλα ανάμεσα στα πολύβουα χωριά από παράγκες. Αλλά κανένα δεν ήταν κοντά στα τείχη της πόλης. Απ’ ό,τι φαινόταν, η κυβερνήτρια, όπως αποκαλούσαν τη γυναίκα την οποία κανονικά η Νυνάβε θα έλεγε δημαρχίνα —αν και δεν είχε ακούσει ποτέ της για γυναίκα δήμαρχο― είχε διατάξει να κρατάνε απόσταση μισού μιλίου, για να προστατευθεί η πόλη σε περίπτωση που το έσκαγε κάποιο ζώο.
Η ταμπέλα πάνω από την είσοδο της πλησιέστερης παράστασης έγραφε ΜΑΙΡΙΝ ΓΚΟΜ με χτυπητά πράσινα και χρυσά γράμματα. Πάνω από την ταμπέλα φαίνονταν καθαρά δύο γυναίκες, πιασμένες από ένα σχοινί, που ήταν κρεμασμένο από ένα ψηλό πλαίσιο με στύλους οι οποίοι δεν ήταν εκεί όταν είχε στήσει ο Λούκα τους δικούς του τοίχους. Απ’ ό,τι φαινόταν, το γεγονός ότι τα σ’ρέντιτ φαίνονταν όταν ορθώνονταν, είχε κάποια επίδραση. Οι γυναίκες λύγιζαν κι έπαιρναν στάσεις που έφερναν στη Νυνάβε τη δυσάρεστη ανάμνηση εκείνου που της είχε κάνει η Μογκέντιεν, και μάλιστα κατάφερναν να στέκονται όρθιες στα χέρια, τόσο από την πάνω όσο και από την κάτω πλευρά του σκοινιού. Το πλήθος που περίμενε ανυπόμονα μπροστά στην ταμπέλα της κυράς Γκομ σχεδόν συναγωνιζόταν σε αριθμό το άλλο μπροστά στην ταμπέλα του Λούκα. Οι άλλες παραστάσεις δεν αποκάλυπταν τίποτα, απ’ όσο μπορούσε να δει η Νυνάβε, και τα πλήθη ήταν πολύ μικρότερα.
Ο Ούνο αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις της, να βγάλει άχνα, να κάνει τίποτα παραπάνω από το να την κοιτά σμίγοντας ζοφερά τα φρύδια, μέχρι που βγήκαν από το μελίσσι των ανθρώπων και βρέθηκαν σε ένα δρομάκι από σκληρό, πατημένο χώμα, «Αυτό που προσπαθώ να κάνω, που να καεί», μούγκρισε τότε, «είναι να σε πάρω εκεί που μπορούμε να κάνουμε καμιά καμένη συζήτηση χωρίς να σε κάνουν χίλια κομμάτια οι καμένοι που θα θέλουν να φιλήσουν τον καμένο ποδόγυρό σου όταν μάθουν ότι ξέρεις τον Αναγεννημένο Δράκοντα». Δεν υπήρχε κανείς πιο κοντά από τριάντα βήματα, αλλά αυτός και πάλι κοίταξε ολόγυρα μην τυχόν τους άκουγε κάποιος. «Μα το αίμα και τις στάχτες, γυναίκα! Δεν ξέρεις τι είναι αυτοί οι κατσικοκέφαλοι; Οι μισοί νομίζουν ότι του μιλά ο Δημιουργός στο φαΐ κάθε βράδυ, και οι άλλοι μισοί νομίζουν ότι αυτός είναι ο καμένος ο Δημιουργός!»
«Θα σε παρακαλούσα να προσέχεις τα λόγια σου, αφέντη Ούνο. Και θα σε παρακαλούσα να προχωράς πιο αργά, επίσης. Δεν κάνουμε αγώνα. Πού πας, και γιατί να σε ακολουθήσω έστω κι ένα βήμα ακόμα;»
Εκείνος την κοίταξε με αγανακτισμένο ύφος, χασκογελώντας ειρωνικά. «Α, μια χαρά σε θυμάμαι. Εκείνη με την καμ ― με γλώσσα σαν μαχαίρι. Ο Ράγκαν έλεγε ότι μπορείς να γδάρεις έναν καμ ― έναν ταύρο από δέκα βήματα παραπέρα με τη γλώσσα σου. Ο Τσήνα και ο Νάνγκου έλεγαν από πενήντα». Τουλάχιστον είχε βραδύνει το ρυθμό του.
Η Νυνάβε σταμάτησε επιτόπου. «Πού και γιατί;»
«Στην πόλη». Αυτός δεν σταμάτησε. Συνέχισε να προχωρά ακάθεκτος, κάνοντας νόημα με το χέρι να τον ακολουθήσει. «Δεν ξέρω τι στο καμ ― τι γυρεύεις εδώ, αλλά θυμάμαι που είχες μπλέξει με εκείνη τη γαλάζια γυναίκα».
Η Νυνάβε, γρυλίζοντας μέσα από τα δόντια της, μάζεψε τα φουστάνια της και έτρεξε πάλι στο κατόπι του· ήταν ο μόνος τρόπος για να τον ακούσει. Αυτός συνέχιζε σαν να την είχε συνεχώς δίπλα του. «Δεν είναι μέρος αυτό για σένα. Νομίζω μπορώ να μαζέψω αρκετά νομίσματα για να πας στο καμ —ααα!― στο Δάκρυ. Οι φήμες λένε ότι εκεί βρίσκεται ο Αναγεννημένος Δράκοντας». Και πάλι κοίταξε γύρω του επιφυλακτικά. «Εκτός αν προτιμάς να πας στο νησί». Πρέπει να εννοούσε την Ταρ Βάλον. «Κάτι καμ ― κάτι παράξενες φήμες κυκλοφορούν και γι’ αυτό. Ειρήνη μου, φήμες ν’ ακούσεις!» Προερχόταν από μια χώρα που δεν είχε γνωρίσει ειρήνη εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια· οι Σιναρανοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη σαν φυλαχτό και όρκο μαζί. «Λένε ότι η παλιά Αμερλιν καθαιρέθηκε. Ότι ίσως εκτελέστηκε. Μερικοί λένε ότι πολέμησαν κι έκαψαν ολόκληρη―» Κοντοστάθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκανε μια φρικτή γκριμάτσα. «-ολόκληρη την πόλη».
Όπως περπατούσε πλάι του, τον κοίταξε έκπληκτη. Είχε να τον δει κοντά στον ένα χρόνο, δεν του είχε πει πάνω από δυο λέξεις, και όμως... Γιατί άραγε οι άνδρες πάντα πίστευαν ότι μια γυναίκα χρειαζόταν έναν άνδρα να την προσέχει; Οι άνδρες δεν μπορούσαν ούτε τα κορδόνια του πουκάμισού τους να δέσουν χωρίς τη βοήθεια μιας γυναίκας! «Μια χαρά τα πάμε, να ’σαι καλά. Εκτός αν ξέρεις κάποιον έμπορο του ποταμού που να έχει δέσει εδώ και να κατεβαίνει το ποτάμι».