«Τα πάμε; Ποιες; Είναι η γαλάζια μαζί σου ή η καφέ;» Πρέπει να εννοούσε τη Μουαραίν και τη Βέριν. Ήταν επιφυλακτικός και με το παραπάνω.
«Όχι. Θυμάσαι την Ηλαίην;» Εκείνος ένευσε κοφτά κι η Νυνάβε ένιωσε να την καταλαμβάνει μια σκανταλιάρικη παρόρμηση· τίποτα δεν φαινόταν να τον ταράζει, και προφανώς περίμενε ότι θα αναλάμβανε έτσι απλά την προστασία της. «Την ξανάδες μόλις τώρα δα. Είπες ότι είχε» —έκανε τη φωνή της τραχιά, μιμούμενη τη δική του― «πρόσωπο λες και είναι καμιά αναθεματισμένη βασίλισσα».
Εκείνος σκόνταψε με άκρως απολαυστικό τρόπο και κοίταξε γύρω του με τόσο άγριο, φλογισμένο βλέμμα, που ακόμα και δύο έφιπποι Λευκομανδίτες έκαναν κύκλο γύρω του, παρ’ όλο που φυσικά προσποιήθηκαν ότι το λοξοδρόμισμά τους δεν είχε σχέση μ’ αυτόν. «Εκείνη;» μούγκρισε, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει. «Μα τα αναθεματισμένα τα μαλλιά της ήταν μαύρα κορακίσια...» Κοίταξε τα δικά της, και συνέχισε να προχωρά στον καρόδρομο, μουρμουρίζοντας, σχεδόν μονολογώντας. «Η καμένη η γυναίκα είναι κόρη βασίλισσας. Βασιλοπούλα, που να καεί! Και δείχνει έτσι τα αναθεματισμένα τα πόδια της». Η Νυνάβε ένευσε, συμφωνώντας μαζί του. Ώσπου αυτός πρόσθεσε, «Εσείς οι αναθεματισμένοι οι νότιοι είστε πολύ παράξενοι! Δεν έχετε καμία αξιοπρέπεια, που να καεί!» Είχε το θράσος να μιλάει. Οι Σιναρανοί μπορεί να ντύνονταν αξιοπρεπώς, αλλά η Νυνάβε ακόμα κοκκίνιζε όταν θυμόταν ότι στο Σίναρ άνδρες και γυναίκες συχνά έκαναν μπάνιο μαζί, και το έβρισκαν εξίσου φυσιολογικό με το να τρώνε μαζί.
«Ποτέ δεν σου έμαθε η μάνα σου να μιλάς ευγενικά, άνθρωπέ μου;» Σήκωσε τους ώμους του και το πραγματικό μάτι του την κοίταξε σχεδόν εξίσου σκοτεινά με το ζωγραφισμένο. Στο Φαλ Ντάρα, τόσο αυτός όσο και όλοι οι άλλοι της είχαν φερθεί σαν να ήταν από αριστοκρατική γενιά ή κάτι ανάλογο. Φυσικά, ήταν δύσκολο να συμπεριφέρεται σαν αρχόντισσα μ’ αυτό το φόρεμα και με τα μαλλιά της να έχουν μια απόχρωση που δεν είχε πλάσει η φύση. Έσιαξε κι έσφιξε το επώμιό της, και σταύρωσε τα χέρια για να μην γλιστρήσει πάλι. Το γκρίζο μαλλί ήταν τρομερά ενοχλητικό σ’ αυτήν την ξεραΐλα και τη ζέστη, ενώ η ίδια ήταν ακριβώς το αντίθετο, μούσκεμα από τον ιδρώτα· δεν είχε ακούσει για κανέναν που είχε πεθάνει από το ιδροκόπημα, αλλά της φάνηκε ότι μπορεί να γινόταν η πρώτη. «Τι κάνεις εδώ, Ούνο;»
Εκείνος κοίταξε τριγύρω προτού απαντήσει. Όχι ότι υπήρχε λόγος· η κυκλοφορία στο δρόμο ήταν λιγοστή —καμιά βοϊδάμαξα πού και πού, κάποιοι με ρούχα γεωργού ή ακόμα πιο τραχιά, πιο αραιά κάποιος καβαλάρης― και κανένας δεν τολμούσε να τον σιμώσει, παρά μόνο αν ήταν ανάγκη. Έμοιαζε με άνθρωπο που θα σου ’κοβε το λαρύγγι από καπρίτσιο. «Η γαλάζια μάς έδωσε ένα όνομα στην Τζεχάνα και είπε να περιμένουμε εκεί μέχρι να μας στείλει οδηγίες, αλλά η γυναίκα στη Τζεχάνα ήταν νεκρή και θαμμένη όταν φτάσαμε. Μια γριά. Πέθανε στον ύπνο της και οι συγγενείς της δεν ήξεραν ούτε καν το όνομα της γαλάζιας. Τότε ο Μασέμα άρχισε να μιλά στον κόσμο, και... Να, δεν είχε νόημα να μείνουμε εκεί περιμένοντας διαταγές που, και να έρχονταν, δεν θα έφταναν στα αυτιά μας. Μένουμε μαζί με τον Μασέμα επειδή μας δίνει αρκετά για να ζήσουμε, αν και κανείς δεν ακούει τις βλακείες του εκτός από τον Μπάρτου και τον Νένγκαρ». Ο ψαρός κότσος ανέμισε, καθώς ο Ούνο κουνούσε το κεφάλι εκνευρισμένος.
Ξαφνικά η Νυνάβε συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ακουστεί ούτε μια χυδαία λέξη τόση ώρα που της μιλούσε. Έμοιαζε έτοιμος να καταπιεί τη γλώσσα του. «Ίσως αν έβριζες μονάχα περιστασιακά;» είπε και αναστέναξε. «Ίσως μια φορά ανά δυο προτάσεις;» Ο άλλος της χαμογέλασε με τόση ευγνωμοσύνη, που της ήρθε να σηκώσει τα χέρια ψηλά αγανακτισμένη. «Πώς κι έχει ο Μασέμα λεφτά, ενώ οι υπόλοιποι όχι;» Θυμόταν τον Μασέμα: ήταν ένας με σκοτεινό, ξινό ύφος, που δεν του άρεσε κανείς και τίποτα.
«Μα είναι ο καμένος ο Προφήτης, που έρχονται όλοι να τον ακούσουν. Θα ήθελες να τον συναντήσεις;» Της έδινε την εντύπωση ότι μετρούσε τις προτάσεις του. Η Νυνάβε πήρε μια βαθιά ανάσα· ο άνθρωπος είχε πάρει τα λόγια της κυριολεκτικά. «Μπορεί να σου βρει ένα καμένο πλοίο, αν θέλεις. Στην Γκεάλνταν, αυτό που θέλει ο Προφήτης, αυτό συνήθως γίνεται. Όχι, που να καεί, στο τέλος πάντα γίνεται αυτό που θέλει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ο άνθρωπος ήταν καλός στρατιώτης, αλλά ποιος να το φανταζόταν πού θα κατέληγε;» Το συνοφρυωμένο βλέμμα του αγκάλιασε τα πρόχειρα χωριά και τους ανθρώπους, ακόμα και τις παραστάσεις και την πόλη παραπέρα.
Η Νυνάβε δίστασε. Ο φοβερός και τρομερός Προφήτης, που ξεσήκωνε όχλους και προκαλούσε ταραχές, ήταν ο Μασέμα; Όμως όντως κήρυττε τον ερχομό του Αναγεννημένου Δράκοντα. Είχαν φτάσει σχεδόν στην πύλη της πόλης και είχε χρόνο πριν από τη στιγμή που θα έπρεπε να σταθεί για να της ρίξει βέλη η Μπιργκίτε. Ο Λούκα είχε απογοητευτεί που η γυναίκα επέμεινε να τη λένε Μέριον. Αν ο Μασέμα μπορούσε πράγματι να τους βρει πλοίο που να κατεβαίνει το ποτάμι... Ίσως σήμερα. Από την άλλη μεριά, ήταν και οι ταραχές. Αν οι φήμες είχαν παραφουσκώσει την πραγματικότητα, τότε οι νεκροί στα χωριά και τις πόλεις πιο νότια ήταν μόνο εκατοντάδες. Μόνο εκατοντάδες.