«Μόνο μην του θυμίσεις ότι έχεις καμία σχέση με κείνο το καμένο το νησί», συνέχισε ο Ούνο, κοιτάζοντάς την συλλογισμένα. Τώρα που το σκεφτόταν η Νυνάβε, συνειδητοποιούσε ότι ο Ούνο πιθανότατα δεν ήξερε τι σχέση είχε με την Ταρ Βάλον. Στο κάτω-κάτω, υπήρχαν γυναίκες που πήγαιναν εκεί χωρίς να γίνουν Άες Σεντάι, αναζητώντας βοήθεια ή απαντήσεις. Ο Ούνο ήξερε ότι η Νυνάβε είχε κάποια ανάμιξη, αλλά τίποτα το συγκεκριμένο. «Δεν είναι πιο φιλικός από τους Λευκομανδίτες στις γυναίκες που είναι από κει. Αν κρατήσεις το καμένο το στόμα σου κλειστό, μάλλον θα το αφήσει να περάσει έτσι. Για κάποια που είναι από το ίδιο χωριό με τον Άρχοντα Δράκοντα, ο Μασέμα μάλλον θα βάλει να φτιάξουν πλοίο».
Τα πλήθη ήταν πιο πυκνά στις πύλες, οι οποίες πλαισιώνονταν από κοντόχοντρους γκρίζους πυργίσκους, και υπήρχαν ποτάμια ανδρών και γυναικών που μπαινόβγαιναν, πεζοί και καβαλάρηδες, με κάθε είδους ρούχα, από κουρέλια μέχρι κεντημένα μεταξωτά σακάκια και φορέματα. Οι πύλες, χοντρές και ενισχυμένες με σίδερο, στέκονταν ανοιχτές υπό τη φρούρηση μιας ντουζίνας στρατιωτών με δόρατα, οι οποίοι φορούσαν φολιδωτά χιτώνια και στρογγυλά ατσάλινα κράνη με ίσιο γύρο. Στην πραγματικότητα, οι φρουροί έδιναν περισσότερη προσοχή σε πέντ’ έξι Λευκομανδίτες που περίμεναν εκεί κοντά. Εκείνοι που παρατηρούσαν το ανθρώπινο μελίσσι ήταν αυτοί ακριβώς οι άνδρες με τα χιονόλευκα σακάκια και τις στιλβωμένες πανοπλίες.
«Είναι μεγάλος μπελάς οι Λευκομανδίτες;» ρώτησε η Νυνάβε χαμηλόφωνα.
Ο Ούνο σούφρωσε τα χείλη σαν να ’θελε να φτύσει, της έριξε μια ματιά, και δεν το έκανε. «Και πότε δεν ήταν; Σε μια απ’ αυτές τις πλανόδιες παραστάσεις ήταν μια γυναίκα που έκανε κόλπα, ταχυδακτυλουργικά. Πριν από τέσσερις μέρες, ένας καμένος όχλος από προβατοκέφαλους με σπλάχνα περιστεριού πήγε και τα έκανε όλα φύλλο και φτερό». Ο Βάλαν Λούκα δεν είχε πει λέξη γι’ αυτό! «Ειρήνη μου! Αυτό που γύρευαν ήταν η γυναίκα. Είπαν ότι ήταν» —αγριοκοίταξε τον κόσμο που περνούσε βιαστικά και χαμήλωσε τη φωνή του― «Άες Σεντάι. Και Σκοτεινόφιλη. Όπως την τραβολογούσαν, για να την πάνε στο σχοινί, της έσπασαν τον καμένο το λαιμό, έτσι άκουσα, αλλά το πτώμα το κρέμασαν έτσι κι αλλιώς. Ο Μασέμα έβαλε να αποκεφαλίσουν τους αρχηγούς τους, όμως εκείνοι που ξεσήκωσαν τον καμένο τον όχλο ήταν οι Λευκομανδίτες». Η βλοσυρή ματιά του ταίριαζε με το κόκκινο μάτι που ήταν ζωγραφισμένο στην καλύπτρα. «Αν θες την καμένη τη γνώμη μου, παράγινε το κακό με κρεμάλες και αποκεφαλισμούς, που να καεί. Ο καμένος ο Μασέμα είναι ίδιος και χειρότερος από τους καμένους τους Λευκομανδίτες, έτσι που ψάχνει και βρίσκει παντού Σκοτεινόφιλους».
«Μια φορά ανά δυο προτάσεις», μουρμούρισε η Νυνάβε κι αυτός στ’ αλήθεια κοκκίνισε.
«Δεν ξέρω πώς το σκέφτηκα», γκρίνιαξε. «Δεν μπορώ να σε πάω εκεί. Είναι το μισό γιορτή και το μισό ξεσηκωμός, ο τόπος βράζει από πορτοφολάδες, και οι γυναίκες δεν είναι ασφαλείς έξω από τα σπίτια όταν σκοτεινιάσει». Το τελευταίο φαινόταν να τον σκανδαλίζει περισσότερο από τα υπόλοιπα· στο Σίναρ, οι γυναίκες ήταν ασφαλείς παντού, πάντοτε —αν εξαιρούσες τους Τρόλοκ και τους Μυρντράαλ, φυσικά― και οι άνδρες έδιναν τη ζωή τους για να το διασφαλίσουν αυτό. «Δεν είναι ασφαλές. Θα σε πάω πίσω. Όταν βρω τρόπο, θα έρθω να σε πάρω».
Αυτό την έκανε να το αποφασίσει. Τράβηξε το χέρι της, προτού εκείνος προλάβει να τη σφίξει, και τάχυνε το βήμα προς τις πύλες. «Έλα, Ούνο, και μη χασομεράς. Αν χασομεράς, θα σε αφήσω πίσω». Εκείνος την πρόφτασε, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του για το πόσο πεισματάρες ήταν οι γυναίκες. Όταν η Νυνάβε κατάλαβε ότι αυτό ήταν το θέμα του και ότι κατά τη γνώμη του ο όρος για τις βλαστήμιες δεν ίσχυε όταν μονολογούσε, έπαψε να τον ακούει.
39
Συναντήσεις στη Σαμάρα
Οι Λευκομανδίτες στις πύλες δεν έδωσαν περισσότερη προσοχή στον Ούνο απ’ όση σε όλους τους υπόλοιπους στο πλήθος που προχωρούσε με σταθερό ρυθμό, δηλαδή μια ψυχρή, καχύποπτη ματιά, ερευνητική αλλά γοργή. Ήταν αδύνατο να κάνουν κάτι παραπάνω με τόσο κόσμο που υπήρχε, και ίσως σ’ αυτό συντελούσαν και οι φρουροί με τις φολιδωτές πανοπλίες. Όχι ότι υπήρχε λόγος να κάνουν κάτι παραπάνω, παρά μόνο στο μυαλό της Νυνάβε. Το δαχτυλίδι του Μεγάλου Ερπετού και το βαρύ χρυσό δαχτυλίδι του Λαν βρίσκονταν στο πουγκί της —το βαθύ ντεκολτέ του φορέματος σήμαινε ότι δεν μπορούσε να τα φορέσει με το κορδόνι στο λαιμό της — αλλά με κάποιον τρόπο περίμενε τα Τέκνα του Φωτός να καταλάβουν από ένστικτο μια γυναίκα που είχε εκπαιδευθεί στον Πύργο. Ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν εκείνα τα παγερά, ασυγκίνητα βλέμματα την προσπέρασαν.