Οι στρατιώτες κοίταξαν τους δυο τους εξίσου αδιάφορα ― από τη στιγμή που ξανάσιαξε το επώμιό της. Μπορεί το αγριωπό ύφος του Ούνο να είχε κάνει τους στρατιώτες να ξανακοιτάξουν πιο γρήγορα τους Λευκομανδίτες, αλλά ο άνθρωπος δεν είχε δικαίωμα να αγριεύει. Ήταν δική της δουλειά αυτό.
Ξαναδίπλωσε άλλη μια φορά το γκρίζο μάλλινο ρούχο κι έδεσε τις άκρες του στη μέση της, Το επώμιο έκανε τον κόρφο της να διαγράφεται πιο καθαρά απ’ όσο θα ήθελε, και άφηνε κάπως ακάλυπτο το ντεκολτέ, όμως σίγουρα επέφερε σημαντική βελτίωση στο φόρεμα. Τουλάχιστον, έτσι δεν θα ανησυχούσε μήπως γλιστρούσε ξανά. Μακάρι μόνο να μην τη ζέσταινε τόσο. Ο καιρός κανονικά θα ’πρεπε να είχε αρχίσει να αλλάζει. Δεν βρίσκονταν πολύ νοτιότερα από τους Δύο Ποταμούς.
Ο Ούνο, έτσι για αλλαγή, την περίμενε υπομονετικά. Η Νυνάβε δεν ήξερε αν αυτό οφειλόταν αποκλειστικά σε λόγους ευγένειας —το σημαδεμένο πρόσωπό του παραέδειχνε υπομονετικό— όμως τελικά προχώρησαν μαζί και μπήκαν στη Σαμάρα. Στο χάος.
Παντού επικρατούσε μια οχλοβοή που δεν άφηνε να διακρίνεται κάποιος ξεχωριστός ήχος. Οι άνθρωποι συνωθούνταν στους δρόμους που ήταν στρωμένοι με τραχιές πλάκες, σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο, από τα καπηλειά με στέγη από λιθοκέραμα ως τους στάβλους με τις καλαμοσκεπές, από τα θορυβώδη πανδοχεία με τις απλές ζωγραφισμένες ταμπέλες, όπως Γαλάζιος Ταύρος ή Χήνα που Χορεύει ως τα μαγαζιά που οι ταμπέλες τους δεν είχαν λέξεις, μονάχα ένα μαχαίρι και ένα ψαλίδι εδώ, ένα τόπι ύφασμα εκεί, τη ζυγαριά του χρυσοχόου, το ξυράφι του κουρέα, ή ένα κανάτι ή μια λάμπα ή μια μπότα. Η Νυνάβε είδε πρόσωπα χλωμά σαν των Αντοριτών, μελαψά σαν των Θαλασσινών, άλλα καθαρά, άλλα λερωμένα, σακάκια με ψηλό γιακά, με χαμηλό γιακά, χωρίς γιακά, με μουντά χρώματα και με φανταχτερά, απλά και ολοκέντητα, τσαλακωμένα και σχεδόν ολοκαίνουρια, με στυλ που άλλοτε ήταν παράξενα και άλλοτε γνώριμα, Υπήρχε ένας με μελαχρινό διχαλωτό γένι και ασημένιες αλυσίδες στο στήθος του απλού γαλάζιου σακακιού του, δύο που είχαν τα μαλλιά πλεξούδες —άνδρες, με μια μελαχρινή πλεξούδα πάνω από κάθε αυτί που έπεφτε πιο χαμηλά από τους ώμους!― και μικρά μπρούντζινα καμπανάκια ραμμένα στα κόκκινα μανίκια των σακακιών και στις γυρισμένες άκρες από τις μπότες που έφταναν ως το μηρό τους. Απ’ όποια χώρα κι αν έρχονταν αυτοί οι δύο, δεν ήταν ανόητοι· τα μαύρα μάτια τους ήταν σκληρά, ερευνητικά σαν του Ούνο, και στη ράχη έφεραν κυρτά σπαθιά. Ένας με γυμνό στέρνο και με λαμπερό κίτρινο διαγώνιο μαντήλι, με επιδερμίδα πιο καφέ από το πολυκαιρισμένο ξύλο και με χέρια γεμάτα περίπλοκα τατουάζ, πρέπει να ήταν Θαλασσινός, αν και δεν φορούσε ούτε σκουλαρίκια ούτε κρίκους στη μύτη.
Οι γυναίκες διέφεραν εξίσου μεταξύ τους, με μαλλιά που ξεκινούσαν από το κορακίσιο μελαχρινό κι έφταναν ως ένα κιτρινόξανθο τόσο ανοιχτό, που ήταν σχεδόν λευκό, χτενισμένα σε κοτσίδες ή αφημένα να κρέμονται λυτά, κομμένα κοντά, ως τους ώμους, ως τη μέση, με φορέματα από φθαρμένο μαλλί ή από περιποιημένο λινό ή από αστραφτερό μετάξι, με γιακάδες που άγγιζαν πηγούνια με δαντέλα ή κεντητά στολίσματα, ή ντεκολτέ βαθιά σαν εκείνο που έκρυβε η Νυνάβε. Είδε μάλιστα μια Ντομανή με μπρουντζόχρωμη επιδερμίδα που φορούσε μια σχεδόν διάφανη κόκκινη εσθήτα, η οποία έφτανε ως το λαιμό της και δεν έκρυβε σχεδόν τίποτα! Αναρωτήθηκε πόσο ασφαλής θα ήταν αυτή η γυναίκα όταν έπεφτε το σκοτάδι. Ή ίσως και τώρα με τον ήλιο ακόμα στον ουρανό.
Οι Λευκομανδίτες και οι στρατιώτες στο πολύβουο μελίσσι έμοιαζαν σαστισμένοι, καθώς πάσχιζαν να προχωρήσουν με κόπο σαν όλους τους άλλους. Βοϊδάμαξες και κάρα που τα έσερναν άλογα προχωρούσαν σαν χελώνες στους δρόμους που διασταυρώνονταν ασύντακτα, βαστάζοι στρίμωχναν χειρήλατες πολυθρόνες στα πλήθη, και κάποιες σπάνιες φορές μια επίσημη άμαξα από λακαρισμένο ξύλο, που την έσερναν τέσσερα ή έξι άλογα, προχωρούσε αγκομαχώντας, ενώ ο υπηρέτης που προπορευόταν με τη λιβρέα του και οι φρουροί με τα ατσάλινα κράνη πάσχιζαν μάταια να ανοίξουν δρόμο. Μουσικοί με φλάουτα ή τσίτερ ή μπίτερν έπαιζαν στις γωνιές που δεν ήταν κατειλημμένες από ταχυδακτυλουργούς ή από ακροβάτες —η δεξιοτεχνία τους δεν θα έκανε τον Θομ ή τους Τσαβάνα να ζηλέψουν― και πάντα είχαν μαζί κάποιον άνδρα ή γυναίκα που άπλωνε ένα κύπελλο για νομίσματα. Κουρελήδες ζητιάνοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα σ’ όλους αυτούς, τραβώντας μανίκια και απλώνοντας τα βρώμικα χέρια τους, και πλανόδιοι έμποροι κρατούσαν δίσκους που είχαν τα πάντα, από καρφίτσες και κορδέλες μέχρι αχλάδια, ενώ οι κραυγές τους χάνονταν στην αντάρα.