Выбрать главу

Την είχε πιάσει ζαλάδα όταν τελικά ο Ούνο την τράβηξε σ’ ένα στενό όπου ο όχλος φαινόταν πιο αραιός, αν και μόνο συγκριτικά. Η Νυνάβε κοντοστάθηκε για να σιάξει τα ρούχα της, που είχαν γίνει άνω-κάτω καθώς διέσχιζε το πυκνό πλήθος, και μετά τον ακολούθησε. Ήταν επίσης λιγάκι πιο ήσυχα εδώ. Δεν υπήρχαν καλλιτέχνες του δρόμου, ελάχιστοι πλανόδιοι και ζητιάνοι. Οι ζητιάνοι κρατούσαν απόσταση από τον Ούνο, ακόμα κι όταν αυτός είχε πετάξει μερικά χάλκινα νομίσματα σε μια επιφυλακτική ομάδα χαμινιών, κάτι για το οποίο η Νυνάβε δεν τους κατηγορούσε. Ο άνθρωπος δεν φαινόταν... φιλεύσπλαχνος.

Τα κτήρια της πόλης ορθώνονταν επιβλητικά πάνω απ’ αυτά τα στενάκια, παρ’ όλο που ήταν μονώροφα ή διώροφα, και βύθιζαν τους δρόμους στη σκιά. Αλλά υπήρχε ακόμα άπλετο φως στον ουρανό κι ήθελε ώρες μέχρι να σουρουπώσει. Είχε χρόνο να ξαναβρεθεί στην παράσταση. Αν χρειαζόταν. Με λίγη τύχη, μπορεί ως το ηλιοβασίλεμα να είχαν επιβιβαστεί όλοι τους σε κάποιο ποταμόπλοιο.

Η Νυνάβε τινάχτηκε, όταν ξαφνικά ήρθε μαζί τους άλλους ένας Σιναρανός, με το σπαθί στην πλάτη, το κεφάλι ξυρισμένο, εξαιρουμένου του κότσου στην κορυφή, ένας μελαχρινός λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερός της, Ο Ούνο τους σύστησε κοφτά κι έδωσε εξηγήσεις δίχως να βραδύνει το βήμα.

«Η ειρήνη να σου χαμογελά, Νυνάβε», είπε ο Ράγκαν, και η επιδερμίδα του μελαψού μάγουλού του διπλώθηκε γύρω από μια τριγωνική λευκή ουλή. Ακόμα και στο χαμόγελο, το πρόσωπό του ήταν σκληρό· η Νυνάβε δεν είχε ανταμώσει ποτέ της μαλακό Σιναρανό. Άμα ήσουν μαλακός, δεν επιζούσες κοντά στη Μάστιγα, κι αυτό ίσχυε και για τις γυναίκες επίσης. «Σε θυμάμαι. Τα μαλλιά σου ήταν αλλιώτικα, ε; Δεν έχει σημασία. Μην φοβάσαι. Θα σε φυλάμε ώσπου να δεις τον Μασέμα και όπου θες να πας μετά. Πρόσεχε μόνο μην αναφέρεις μπροστά του την Ταρ Βάλον». Κανένας δεν τους έριχνε δεύτερη ματιά, όμως αυτός χαμήλωσε καλού-κακού τη φωνή του. «Ο Μασέμα πιστεύει ότι ο Πύργος θα προσπαθήσει να πάρει υπό τον έλεγχο του τον Άρχοντα Δράκοντα».

Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι. Άλλος ένας ανόητος που ήθελε να την προστατεύσει. Τουλάχιστον δεν είχε προσπαθήσει να πιάσει κουβέντα μαζί της· με τη διάθεση που είχε, θα τον έπιανε στο στόμα της και θα του τα έψελνε για τα καλά, έτσι κι αυτός έλεγε το παραμικρό, έστω κι ένα σχόλιο για τη ζέστη. Ένιωθε το πρόσωπό της ιδρωμένο, κάτι διόλου παράξενο, αφού φορούσε επώμιο με τέτοιον καιρό. Ξαφνικά, θυμήθηκε τι είχε αναφέρει ο μονόφθαλμος σχετικά με τη γνώμη του Ράγκαν για τη γλώσσα της. Του έριξε μια απλή ματιά, τουλάχιστον έτσι φάνηκε στην ίδια, όμως εκείνος πήγε από την άλλη μεριά του Ούνο, σαν να έψαχνε καταφύγιο, και την κοίταξε επιφυλακτικά. Άνδρες!

Τα δρομάκια στένεψαν κι άλλο, και, παρ’ όλο που τα πέτρινα κτήρια δεξιά κι αριστερά δεν μίκρυναν, τώρα έβλεπαν συχνά τις πίσω όψεις των κτηρίων και τραχείς γκρίζους τοίχους, οι οποίοι σίγουρα έκρυβαν μονάχα μικρές αυλές. Στο τέλος, έστριψαν σε ένα σοκάκι που μόλις χωρούσε και τους τρεις δίπλα-δίπλα. Στο τέλος του, μια επίσημη άμαξα, λακαρισμένη και στολισμένη με χρυσάφι, στεκόταν περικυκλωμένη από άνδρες με φολιδωτή αρματωσιά. Πιο κοντά, ανάμεσα στη Νυνάβε και στην άμαξα, υπήρχε μαζεμένος κόσμος που τεμπέλιαζε και στις δύο πλευρές του σοκακιού. Φορούσαν σακάκια, άλλοι πιο καλά και άλλοι χειρότερα, κρατούσαν ρόπαλα οι περισσότεροι αλλά και δόρατα και σπαθιά που ποίκιλλαν όσο τα σακάκια τους. Μπορεί να ήταν καμιά συμμορία του δρόμου, αλλά οι Σιναρανοί δεν έκοψαν το βήμα τους, έτσι και η Νυνάβε συνέχισε.

«Ο δρόμος μπροστά θα είναι γεμάτος αναθεματισμένους ηλίθιους που θα θέλουν να δουν έστω και για μια στιγμή τον Μασέμα από κανένα αναθεματισμένο παράθυρο». Η φωνή του Ούνο ήταν χαμηλή, ώστε να τον ακούει μονάχα η Νυνάβε. «Ο μόνος τρόπος για να μπεις είναι από πίσω». Σιώπησε, καθώς πλησίαζαν τους άνδρες που περίμεναν και θα ακουγόταν.

Δύο απ’ αυτούς ήταν στρατιώτες με ατσάλινα κράνη με γύρο και φολιδωτά χιτώνια, με σπαθί στο γοφό και δόρυ στο χέρι, αλλά τους τρεις νεοφερμένους τους κοίταξαν εξεταστικά οι άλλοι, αγγίζοντας τα όπλα τους. Είχαν βλέμμα που σου προκαλούσε ανησυχία, προσηλωμένο, σχεδόν φλογισμένο. Αυτή τη φορά, η Νυνάβε θα ήταν ευχαριστημένη, αν έβλεπε μια τίμια χυδαία ματιά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν αν ήταν γυναίκα ή άλογο.

Δίχως λέξη, ο Ούνο και ο Ράγκαν έλυσαν τις θηκαρωμένες λεπίδες από τις πλάτες τους και τις έδωσαν μαζί με τα εγχειρίδιά τους σε έναν παχουλό ανθρωπάκο που μπορεί κάποτε να ήταν μαγαζάτορας, αν έκρινε κανείς από το καλό γαλάζιο μάλλινο σακάκι του και το παντελόνι του. Τα ρούχα ήταν καλοφτιαγμένα· ήταν καθαρά, αλλά πολυφορεμένα και τσαλακωμένα, σαν να κοιμόταν μ’ αυτά ένα μήνα τώρα.