Ήταν φανερό ότι είχε αναγνωρίσει τους Σιναρανούς, και, παρ’ όλο που για μια στιγμή κοίταξε τη Νυνάβε σμίγοντας τα φρύδια, και ειδικά το μαχαίρι στη ζώνη της, τους έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού μια στενή ξύλινη πόρτα στον πέτρινο τοίχο. Αυτό ήταν ίσως το πιο αφύσικο· κανείς τους δεν είχε βγάλει άχνα.
Από την άλλη μεριά του τοίχου υπήρχε μια αυλίτσα με αγριόχορτα που ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στο πλακόστρωτο. Το ψηλό πέτρινο σπίτι —ένα μεγάλο, γκρίζο διώροφο με πλατιά παράθυρα, με σπειροειδή ποικίλματα στα γείσα και στα αετώματα, με πορφυρά κεραμίδια στη στέγη― πρέπει να ήταν από τα ωραιότερα της Σαμάρα. Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω τους, ο Ράγκαν μίλησε μαλακά. «Έχουν γίνει δολοφονικές απόπειρες κατά του Προφήτη».
Η Νυνάβε δεν κατάλαβε αμέσως ότι εξηγούσε γιατί τους είχαν πάρει τα όπλα. «Μα εσείς είστε φίλοι του», διαμαρτυρήθηκε. «Ακολουθήσατε όλοι μαζί τον Ραντ στο Φάλμε». Δεν θα άρχιζε δα να τον αποκαλεί Άρχοντα Δράκοντα.
«Γι’ αυτό μας άφησαν αντί να μας κλείσουν την πόρτα κατάμουτρα», είπε ξερά ο Ούνο. «Σου είπα ότι δεν βλέπουμε τα πράγματα... όπως τα βλέπει ο Προφήτης». Η μικρή παύση και η κλεφτή ματιά που έριξε στην πύλη, για να δει μήπως τους άκουγε κανείς, έλεγαν πολλά. Νωρίτερα τον έλεγε Μασέμα. Και ο Ούνο ήταν ολοφάνερα από κείνους που δεν βάζουν εύκολα χαλινάρι στη γλώσσα.
«Πρόσεχε αυτή τη φορά τι θα πεις», της είπε ο Ράγκαν, «κι έτσι μάλλον θα βρεις τη βοήθεια που θέλεις». Εκείνη ένευσε, όσο πιο μειλίχια ήταν ανθρωπίνως δυνατόν —καταλάβαινε πότε της έλεγαν μια λογική κουβέντα, ακόμα κι αν ο Ράγκαν δεν είχε δικαίωμα να τη συμβουλεύει― και οι δύο άνδρες αντάλλαξαν ματιές γεμάτες αμφιβολίες. Έπρεπε να τους πιάσει τους δύο μαζί με τον Θομ και τον Τζούιλιν και να ρίξει σε όλους ένα γερό χέρι ξύλο.
Μπορεί το σπίτι να ήταν ωραίο, αλλά η κουζίνα ήταν σκονισμένη και άδεια, εκτός από μια κοκαλιάρα γκριζομάλλα, που το φτωχό, γκρίζο φόρεμα και η λευκή ποδιά της ήταν τα μοναδικά καθαρά πράγματα που φαίνονταν, καθώς οι τρεις περνούσαν από κει. Η γριά γυναίκα που ρουφούσε τα δόντια της, μόλις που σήκωσε το βλέμμα, ενώ ανακάτευε ένα μικρό κατσαρολάκι με σούπα σε μια μικρή φωτιά που έκαιγε σε μια από τις πλατιές πέτρινες εστίες. Δύο καταχτυπημένες κατσαρόλες κρέμονταν σε ένα μέρος που χωρούσε άλλες είκοσι, και στο πλατύ τραπέζι ήταν ακουμπισμένη μια ραγισμένη πήλινη γαβάθα σε ένα γαλάζιο λακαρισμένο δίσκο.
Πέρα από την κουζίνα, οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με μέτριας ποιότητας ταπισερί. Η Νυνάβε είχε ακονίσει το βλέμμα της τον τελευταίο χρόνο, και τα γλέντια που απεικόνιζαν, οι σκηνές κυνηγιού με ελάφια, αρκούδες και αγριόχοιρους, ήταν απλώς καλές, τίποτα το εξαιρετικό. Στους διαδρόμους υπήρχαν καρέκλες και τραπέζια και ντουλάπια, από σκούρο λακαρισμένο ξύλο με κόκκινες πινελιές, δουλεμένα με σεντέφι. Οι ταπισερί και τα έπιπλα ήταν και αυτά σκονισμένα, και τα ερυθρόλευκα πλακάκια του δαπέδου είχαν σκουπιστεί τεμπέλικα από κάποιον. Ιστοί αράχνης στόλιζαν τις γωνιές και τα περιζώματα στο ψηλό γύψινο ταβάνι.
Δεν φάνηκαν άλλοι υπηρέτες —ούτε και κανένας άλλος― παρά μόνο όταν έφτασαν σε έναν ξερακιανό τύπο καθισμένο στο πάτωμα πλάι σε μια ανοιχτή πόρτα, με βρώμικο κόκκινο σακάκι που του ήταν πολύ φαρδύ και παράταιρο με το βρώμικο πουκάμισο και το τριμμένο μάλλινο παντελόνι. Η μια μισοδιαλυμένη μπότα του είχε μια μεγάλη τρύπα στη σόλα· ένα δάχτυλο ξεπρόβαλλε από μια τρύπα της άλλης. Ο άνθρωπος σήκωσε ένα χέρι, μουρμουρίζοντας, «Το Φως να σας φωτίζει, και δοξασμένο το όνομα του Άρχοντα Δράκοντα;» Το είπε σαν να ’ταν ερώτηση, κάνοντας ένα μορφασμό απορίας με το στενό πρόσωπό του, που ήταν άπλυτο σαν το πουκάμισό του, αλλά μετά συνέχισε να μιλά με τον ίδιο τρόπο. «Ο Προφήτης δεν μπορεί να ενοχληθεί τώρα; Είναι απασχολημένος; Θα πρέπει να περιμένετε λιγάκι;» Ο Ούνο ένευσε υπομονετικά και ο Ράγκαν έγειρε στον τοίχο· τα είχαν ξαναπεράσει αυτά.
Η Νυνάβε δεν ήξερε τι να περιμένει από τον Προφήτη, ούτε και τώρα που ήξερε ποιος ήταν, αλλά σίγουρα δεν περίμενε τη βρώμα. Η σούπα μύριζε λάχανο και πατάτες, φαγητό ανάρμοστο για τον άνθρωπο που είχε κάνει μια ολόκληρη πόλη να χορεύει μπροστά του. Και υπήρχαν μόνο δυο υπηρέτες, που έμοιαζαν να έχουν έρθει από τις χειρότερες τρώγλες εκτός της πόλης.
Ο κοκαλιάρης φρουρός, αν ήταν φρουρός —δεν είχε όπλο· ίσως δεν ήταν έμπιστος ούτε κι αυτός― δεν έφερε αντίρρηση όταν η Νυνάβε πλησίασε για να κοιτάξει από την πόρτα. Ο άνδρας και η γυναίκα που βρίσκονταν εκεί μέσα ήταν ολότελα διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Μασέμα είχε ξυρίσει και τον κότσο της κορυφής του κεφαλιού του, και το σακάκι του ήταν από απλό καφέ μαλλί, όλο ζάρες μα καθαρό, μόλο που οι μπότες του, οι οποίες έφταναν ως το γόνατο, ήταν τριμμένες. Τα μάτια που ήταν χωμένα βαθιά στις κόγχες τους έκαναν βλοσυρή τη μονίμως ξινισμένη έκφρασή του, και μια ουλή σχημάτιζε ένα χλωμό τρίγωνο στο μελαψό μάγουλό του, που ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με εκείνο που είχε ο Ράγκαν, αν και είχε ξεθωριάσει κάπως από τα χρόνια και ήταν λιγάκι πιο κοντά στο μάτι. Η γυναίκα φορούσε κομψό χρυσοκέντητο φόρεμα από γαλάζιο μετάξι, ήταν σχεδόν μεσήλικη, και αρκετά όμορφη, παρ’ όλο που η μύτη της ήταν κάπως πιο μακριά απ’ όσο επέτρεπαν τα πρότυπα του κάλλους. Φορούσε ένα απλό γαλάζιο διχτάκι στο κεφάλι που μάζευε τα μελαχρινά μαλλιά της και τα άφηνε να χυθούν σχεδόν ως τη μέση της, όμως είχε ένα πλατύ περιδέραιο από χρυσάφι και φλογόσταλες με ταιριαστό βραχιόλι, και δαχτυλίδια με πολύτιμους λίθους στόλιζαν σχεδόν κάθε δάχτυλο των χεριών της. Ενώ ο Μασέμα έμοιαζε έτοιμος να χιμήξει σε κάτι με τα δόντια του γυμνωμένα, αυτή στεκόταν με μεγαλοπρεπή άνεση και χάρη.