«...τόσοι σε ακολουθούν όπου πηγαίνεις», του έλεγε, «που η τάξη εξανεμίζεται όταν φτάνεις. Οι άνθρωποι δεν είναι ασφαλείς, ούτε και οι περιουσίες τους―»
«Ο Άρχοντας Δράκοντας έχει κόψει τα δεσμά των νόμων, τα δεσμά που θέσπισαν θνητοί και θνητές». Η φωνή του Μασέμα ήταν παθιασμένη, αλλά είχε ένταση, όχι θυμό. «Οι Προφητείες λένε ότι ο Άρχοντας Δράκοντας θα κόψει τις αλυσίδες που μας δένουν, κι έτσι έγινε. Το φέγγος του Άρχοντα Δράκοντα θα μας προστατεύσει από τη Σκιά».
«Δεν είναι η Σκιά αυτό που μας απειλεί εδώ, αλλά οι πορτοφολάδες και οι ελαφροχέρηδες και οι ταραξίες. Μερικοί απ’ αυτούς που σε ακολουθούν —πολλοί― πιστεύουν ότι μπορούν να παίρνουν ό,τι θέλουν από τους άλλους χωρίς άδεια ή πληρωμή».
«Θα υπάρξει δικαιοσύνη στο επέκεινα, όταν ξαναγεννηθούμε. Είναι άχρηστες οι έγνοιες για τον κόσμο αυτό. Πολύ καλά όμως. Αφού επιθυμείς επίγεια δικαιοσύνη» —το χείλος του στράβωσε περιφρονητικά― «να ποια θα είναι. Από δω και στο εξής, αν ένας άνδρας κλέβει, θα του κόβουν το χέρι. Ο άνδρας που θα ασχημονεί σε γυναίκα ή που θα προσβάλει την τιμή της ή που θα διαπράττει φόνο, θα κρεμιέται. Η γυναίκα που θα κλέβει ή θα διαπράττει φόνο, θα μαστιγώνεται. Όποιος κατηγορήσει και βρει δώδεκα να συμφωνήσουν, τελείωσε. Ας γίνει έτσι».
«Ό,τι πεις, βεβαίως», μουρμούρισε η γυναίκα. Το πρόσωπό της έδειχνε ακόμα μια απόμακρη χάρη, όμως φαινόταν ταραγμένη. Η Νυνάβε δεν ήξερε τι όριζαν οι Γκεαλντανοί νόμοι, αλλά δεν πίστευε να ήταν τόσο απλοί. Η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Υπάρχει ακόμα το θέμα των τροφίμων. Είναι δύσκολο να ταΐσουμε τόσους πολλούς».
«Κάθε άνδρας, γυναίκα και παιδί που έρχεται στον Άρχοντα Δράκοντα πρέπει να έχει την κοιλιά γεμάτη. Έτσι πρέπει να γίνει! Όπου βρίσκεις χρυσάφι, βρίσκεις και τροφή, και υπάρχει πάρα πολύ χρυσάφι στον κόσμο. Πολλή έγνοια για το χρυσάφι». Ο Μασέμα γύρισε το πρόσωπο θυμωμένα. Δεν ήταν θυμωμένος με τη γυναίκα, αλλά γενικά. Έμοιαζε να ψάχνει εκείνους που νοιάζονταν για το χρυσάφι, ώστε να εξαπολύσει την οργή του πάνω τους. «Ο Άρχοντας Δράκοντας Αναγεννήθηκε. Η Σκιά κρέμεται πάνω από τον κόσμο, και μόνο ο Άρχοντας Δράκοντας μπορεί να μας σώσει. Μόνο η πίστη στον Άρχοντα Δράκοντα, η υποταγή και η υπακοή στο λόγο του Άρχοντα Δράκοντα. Τα υπόλοιπα είναι άχρηστα, ακόμα κι όταν δεν είναι βλάσφημα».
«Ευλογημένο να είναι το όνομα του Άρχοντα Δράκοντα στο Φως». Έμοιαζε να είναι τελετουργική απόκριση. «Δεν είναι πια απλώς ζήτημα χρυσαφιού, Άρχοντα Προφήτη μου. Το να βρούμε και να μεταφέρουμε τρόφιμα σε επαρκείς―»
«Δεν είμαι άρχοντας», τη διέκοψε αυτός ξανά, και τώρα ήταν θυμωμένος. Έγειρε προς τη γυναίκα, με αφρισμένο σάλιο στα χείλη, και παρ’ όλο που η έκφρασή της δεν άλλαξε, τα χέρια της συσπώνταν σαν να ήθελε να σφίξει το φόρεμα της. «Δεν υπάρχει άλλος άρχοντας εκτός από τον Άρχοντα Δράκοντα, στον οποίο ενοικεί το Φως, κι εγώ είμαι μονάχα μια ταπεινή φωνή του Άρχοντα Δράκοντα. Μην το ξεχνάς αυτό! Είτε μεγάλοι είτε ταπεινοί, οι βλάσφημοι θα τιμωρηθούν!»
«Συγχώρεσέ με», μουρμούρισε η βαρύτιμα στολισμένη γυναίκα, απλώνοντας τα φουστάνια της με μια γονυκλισία που άρμοζε σε αυλή βασίλισσας. «Όπως το λες είναι, φυσικά. Δεν υπάρχει άρχοντας, παρά μόνο ο Άρχοντας Δράκοντας, κι εγώ είμαι μια απλή πιστή του Άρχοντα Δράκοντα —ευλογημένο να είναι το όνομα του Άρχοντα Δράκοντα― που έρχεται για τη σοφία και την καθοδήγηση του Προφήτη».
Ο Μασέμα, σκουπίζοντας το στόμα με τη ράχη της παλάμης, μίλησε ξαφνικά με ψυχρό τόνο. «Πολύ χρυσάφι φορείς. Μην σε πλανεύουν τα επίγεια αγαθά. Το χρυσάφι είναι ασήμαντο. Ο Άρχοντας Δράκοντας είναι το παν».